Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ (1903-1973) - ΔΙΗΜΕΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΓΡΥΠΑΡΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ (Μύκονος, 17 & 18 Σεπτεμβρίου 2011))

  
 Διοργάνωση:
Βιβλιοθήκη Παναγιώτη Κουσαθανά - Στέγη Μελέτης Πολιτισμού & Παράδοσης


Εισήγηση του Παναγιώτη Κουσαθανά
 Η ΜΕΛΠΩ ΜΟΥ, Η ΜΕΛΠΩ ΜΑΣ
(Επίσκεψη στη «μουσική ποιητική» των λέξεων
και των μεταφράσεων της Μέλπως Αξιώτη)
[Το παρακάτω κείμενο συμπεριλαμβάνεται στα Παραμιλητά ΣΤ΄ που ετοιμάζονται]


α΄
Ευχαριστίες
Σας καλησπερίζω και σας καλωσορίζω σ’ αυτή την ιδιαίτερα τιμητική για τον τόπο μας εκδήλωση, που διοργάνωσε η Βιβλιοθήκη Παναγιώτη Κουσαθανά - Δημοτική Στέγη Μελέτης Πολιτισμού & Παράδοσης.
          Απόψε, έστω και αργοπορημένα, με αυτό το διήμερο αφιέρωμα προσπαθούμε να ελαφρύνομε κάπως το χρέος προς μια ξεχωριστή προσωπικότητα των Ελληνικών Γραμμάτων, που τυχαίνει να είναι και συμπατριώτισσά μας, τη Μέλπω Αξιώτη (1903-1973), κόρη του γνωστού Μυκονιάτη μουσουργού Γεώργιου Αξιώτη, (1875-1924), του οποίου το όνομα τιμά τη Δημοτική Μουσική Σχολή του νησιού μας.

Η Μέλπω Αξιώτη από το πρώτο δημοσίευμά της στην εμβληματική εφημερίδα του Γιαννούλη Μπόνη Μυκονιάτικα Χρονικά (1933-1935) ώς το τελευταίο της, τη σπαρακτική Κάδμω, Μούσα και οδηγό στην έμπνευσή της είχε τη Μύκονο, τον γενέθλιο τόπο της και τόπο μας με τους ανθρώπους του. Ένα μεγάλο μέρος του δημιουργικού της έργου –και μάλιστα το καλύτερο– περιστρέφεται και διατρέχει την υπαρκτή Μύκονο ή την άλλη, την ιδεατή, που είχε «πλάσει η νοσταλγία» της. Με αυτήν, λοιπόν, τη διημερίδα-αφιέρωμα στη Μέλπω Αξιώτη, εκτός από την οφειλόμενη, ουσιαστική τιμή που προσπαθούμε να αποδώσομε στη σπουδαία μορφή των Γραμμάτων μας, έχομε παράλληλο στόχο να σας εξοικειώσομε κατά κάποιο τρόπο με το ασυγχώρητα άγνωστο στη Μύκονο έργο της, που είναι μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού μας, είναι μέρος της συμβολής του στη λογοτεχνία της χώρας μας. Τη Μέλπω, το εκτυφλωτικά αστραφτερό συγγραφικό τζοβαέρι του τόπου μας πρέπει συχνά να το θυμόμαστε προς όφελός μας, να το προβάλλομε και να το τιμάμε. Ήδη ο πάγος πρωτοέσπασε πριν από εικοσι ένα χρόνια –πότε πέρασαν!– , όταν τον Δεκέμβρη του 1990 στήθηκε η προτομή της στους Κάτω Μύλους. Έκτοτε, η αρχοντική μορφή της, αγναντεύει από εκεί, δίπλα στο σπίτι της, το θυμωμένο ή καλοσυνάτο Αιγαίο, που τόσο της έλειψε στα δεκαοκτώ δίσεκτα χρόνια της «αναγκαστικής υπερορίας» της, όπως κομψά αποκαλεί η ίδια τη σκληρή της εξορία.
Αλλού και υπό άλλες συνθήκες, ο τόπος που θα είχε δικιά του τη Μέλπω είναι βέβαιο ότι θα είχε ιδρύσει στο όνομά της ερευνητικά σπουδαστήρια για το έργο της και πολιτιστικά κέντρα για την τέχνη της, γιατί με τον Πολιτισμό, το μόνο αμετάβλητης αξίας αγαθό, που δεν δαπανάται ούτε κλέβεται, αλλά μόνο μεταλαμπαδεύεται κι αβγαταίνει, είναι πάντοτε κερδισμένος όποιος ευλογημένος τόπος το διαθέτει, το προκρίνει και το τιμά.
Σαν όλα τα πολύτιμα πράγματα, το συγγραφικό έργο της Μέλπως Αξιώτη λάμπει περισσότερο όσο περνούν τα χρόνια δίνοντάς μας το κέντρισμα να το προσεγγίζομε και να το μελετάμε ουσιαστικότερα. Ας μη μας διαφεύγει, ότι τιμώντας το υπενθυμίζομε σ’ όσους δεν το γνωρίζουν ή αδιαφορούν, πως αυτό το «αιγιαλίτικο βραχόνησο», όπως αποκαλεί η Μέλπω τη Μύκονο, διαθέτει αξιοσημείωτο πολιτισμό. Ακριβώς τις εκφάνσεις αυτού του Πολιτισμού, παλαιού και νεότερου, έχομε χρέος να τις κάνομε ολοένα και πιο ισχυρές, όλο και περισσότερο γνωστές, περίβλεπτες, ως αντίδοτο στη σημερινή χυδαιότητα και βαρβαρότητα που μας πολιορκεί.

Ευχαριστώ από καρδιάς το Γρυπάρειο Πολιτιστικό Κέντρο για την θερμή φιλοξενία του, τον Πρόεδρο της Κ.Δ.Ε.Π.Π.Α. Μυκόνου κ. Μίλτο Ατζαμόγλου για τη συμπαράστασή του, και τη Διευθύντριά της κ. Κατερίνα Ζουγανέλη-Νάζου, που με την πείρα και την προθυμία της βοήθησε πολύ στη διοργάνωση τούτου του αφιερώματος. Ευχαριστώ τους χορηγούς μας, που χάρη στη γενναιοδωρία τους έγινε πραγματικότητα τούτη η διημερίδα για τη Μέλπω και τη Μύκονο:
  1.  Τις αερογραμμές Aegean
  2. Τη ναυτιλιακή εταιρεία Blue Star Ferries
  3. Το πρακτορείο ταξιδίων Sea & Sky Travel του Τάκη Μάνεση.
  4. Την επιχείρηση ΑΒ Food Market της Μαριγούλας Αποστόλου
  5. Τον πρώην Δήμαρχο Μυκόνου Μαθιό Αποστόλου
  6. Την επιχείρηση Κουτσούκος Α.Ε.
  7. Το μπαρ Όρτσ’ αλά μπάντα! του Αντρέα Μονογυιού.
  8. Τις γραφικές τέχνες H2concept  της Βούλας και Φρατζέσκας Χανιώτη.
  9. Το  εστιατόριο Familia του Μάνου Πενταράκη
  10. Το εστιατόριο Πύλη του Χρήστου Χρήστου
  11. Το Piccolo  του Ιωσήφ Σαλάχα
  12. Το Ξενοδοχείο Απολλωνία του Παναγιώτη Μιχαήλ Κουσαθανά.
  13. Το εστιατόριο Άνοιξη του δημοτικού συμβούλου Αντώνη Κουσαθανά
  14. Τα ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα Quattro του Νίκου Ξυδάκη
  15. Το κατάστημα Fashion for everyone του Ιωσήφ και Νίκου Σαλάχα
  16. Τον Πολιτιστικό-Λαογραφικό Σύλλογο Γυναικών Μυκόνου
  17. Τον Σύλλογο Γυναικών Ανωμεράς Ανωμερίτισσες, και
  18. Τον Μίλτο Ατζαμόγλου, Πρόεδρο της Κ.Δ.Ε.Π.Π.Α. Μυκόνου.
        Ευχαριστώ τις φιλοξενούμενες ομιλήτριές μας κ. Μαίρη Μικέ, Καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, που θα μας μιλήσει για την «Ποιητική και πολιτική μοναξιά», και την κ. Μαρία Κακαβούλια, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Υφολογίας και Αφηγηματολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών, που θα μας μιλήσει για την « Κάδμω: λόγος και μνήμη σε δεύτερο πρόσωπο». Και οι δυο διακεκριμένες καθηγήτριες, εκτός των άλλων ενδιαφερόντων τους, έχουν κάνει σκοπό της ζωής τους τη μελέτη, διδασκαλία και γνωστοποίηση του έργου της μεγάλης συμπατριώτισσάς μας στο οποίο έχουν εντρυφήσει με αξιοσημείωτη επιμονή και άριστο αποτέλεσμα. Το θέμα της δικής μου ομιλίας είναι: «Επίσκεψη στη “μουσική ποιητική” των λέξεων και των μεταφράσεων της Μέλπως Αξιώτη».

Τελειώνοντας, το προλόγισμά μου σας ενημερώνω ότι στην είσοδο υπάρχουν μερικά από τα βιβλία της Μέλπως, όσα κυκλοφορούνται αυτή τη στιγμή, και κάποιες από τις μελέτες που γράφτηκαν για το έργο της, όπως κι άλλες εκδόσεις δημοτικές ή μη.
       Θέλω να σας παρακαλέσω να απενεργοποιήσετε τα κινητά σας τηλέφωνα και  να καλέσω την κ. Κατερίνα Ζουγανέλη ν’ ανέβει και να μας διαβάσει για κατατοπισμό των ακροατών μας και ως μικρή εισαγωγή στις εισηγήσεις που θα ακολουθήσουν ένα πρόσφατο, συνοπτικό, αλλά περιεκτικό βιογραφικό και εργογραφικό σημείωμα για τη Μέλπω γραμμένο από τη γνωστή κριτικό της λογοτεχνίας Κατερίνα Σχινά, και δημοσιευμένο στο φετινό περιοδικό του Φεστιβάλ Αθηνών με αφορμή την παράσταση που θα έχομε την ευκαιρία να παρακολουθήσομε αύριο στις 8.30΄ πάλι [βλ. Κ. Σχινά, «Μέλπω Αξιώτη - Δυο τρία πράγματα που ξέρουμε γι’ αυτή…», περιοδ. ΕΦ (Ελληνικό Φεστιβάλ), τχ. 25, 3.2011, σ. 9].
[Ακολούθησε η ανάγνωση του κειμένου της Κατερίνας Σχινά]
Παρακαλώ τώρα την κ. Μαίρη Μικέ να κάνει την έναρξη στο κύριο μέρος του σημερινού αφιερώματος στη Μέλπω Αξιώτη με την ομιλία της «Ποιητική και πολιτική μοναξιά».
[Ακολούθησε η εισήγηση της κ. Μαίρης Μικέ]
Παρακαλώ την κ. Μαρία Κακαβούλια να αναπτύξει το θέμα της: «Η Κάδμω: λόγος και μνήμη σε δεύτερο πρόσωπο».
[Ακολούθησε η εισήγηση της κ. Μαρίας Κακαβούλια]
Και τώρα είναι η σειρά της αφεντιάς μου να σας μιλήσω για τη συμπατριώτισσά μας με θέμα: «Επίσκεψη στη “μουσική ποιητική” των λέξεων και των μεταφράσεων της Μέλπως Αξιώτη».


β΄
Εκ προοιμίου
Εκ προοιμίου, θα ήθελα να μου επιτρέψετε απόψε να πελαγοδρομήσω καταπού φυσά ο άνεμος, ή και να αλε’οπουλαρίσω και να παιζογλαντίσω, κατά τα δυο εξόχως παραστατικά ρήματά μας, δηλαδή να περιπλανηθώ αχαλίνωτα σαν πουλάρι αλόγου, έρωτοτροπώντας με όσα θα πω – δηλαδή, τηρουμένων των αναλογιών να κάνω αυτό που συχνά έκανε κι η Μέλπω στα γραφτά της.

Έως τώρα δεν έχει διεξοδικά μελετηθεί το γεγονός ότι η Μέλπω Αξιώτη εκτός από δημιουργός πρωτότυπου δικού της έργου πρώτου μεγέθους, που συνέβαλε να έλθουν τ’ απάνω-κάτω στα λογοτεχνικά πράγματα του τόπου μας ήδη από τη σημαδιακή δεκαετία του 1930, ήταν και εξαιρετικά δημιουργική μεταφράστρια λογοτεχνικών έργων από τη γαλλική γλώσσα, την οποία γνώριζε σε βάθος και πλάτος έχοντάς την μάθει εξ απαλών ονύχων λόγω της κοινωνικής τάξης, της ανάλογης ανατροφής και της γαλλικά προσανατολισμένης κουλτούρας της αστικής τάξης εκείνη την εποχή.
Για το θέμα των πιθανών επιδράσεων που δέχτηκε η Μέλπω από τα διαβάσματά της, όπως κάθε συγγραφέας, άλλωστε, έχω κι άλλοτε μιλήσει. Στο διασωθέν μέρος της αξιώτικης βιβλιοθήκης στο σπίτι της Ανωμεράς, εκτός των άλλων σημαδιακών βιβλίων, ελληνικών και ξένων, κλασικών ή μοντέρνων, στα γαλλικά ή ελληνικά, είχα εντοπίσει μαρτυρίες από διαβάσματά της – αρκετοί από τους τόμους έχουν μάλιστα ιδιοχείρως την υπογραφή της: Σολωμός, Καβάφης, Σεφέρης, Εγγονόπουλος, πρώτες εκδόσεις σύγχρονων με την εποχή αριστουργημάτων της γαλλικής λογοτεχνίας (Proust, Gide κ.ά.), αλλά και γαλλικές ή ελληνικές μεταφράσεις σημαντικών νεότερων λογοτεχνικών έργων από άλλες γλώσσες (Hamsun, Konrad, Strindberg, Ibsen, Istrati, Gorki κ.ά.). Η Μέλπω με τη σειρά της μετάφρασε αρκετά σπουδαία έργα, κυρίως της γαλλικής λογοτεχνίας, αλλά και της ρώσικης από τις γαλλικές μεταφορές τους βεβαίως, διότι, παρά τις ρούσικες καταβολές της οικογένειας, δεν νομίζω ότι τα ρωσικά της Μέλπως ήταν τέτοια που να της επιτρέπουν να κάνει μεταφράσεις κατ’ ευθείαν από το πρωτότυπο.
Είχε γράψει και στα γαλλικά ένα μυθιστόρημα, που σύντομα θα εκδοθεί στη γλώσσα μας. Γι’ αυτό θα μας μιλούσε η τρίτη προσκεκλημένη μας, η κ. Τιτίκα Δημητρούλια, Επίκουρη Καθηγήτρια Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, που το μετάφρασε στα ελληνικά. Δυστυχώς, δεν τα κατάφερε να μας έλθει εξαιτίας  οικογενειακών συγκυριών, ευχάριστων συγκυριών πάντως. (Παρεμπιπτόντως σας πληροφορώ, ότι τα δυο-τρία τελευταία χρόνια βρίσκεται εν προόδω ένας  άλλος άθλος: η μετάφραση, στα γαλλικά αυτή τη φορά, του πρώτου βιβλίου της Μέλπως Δύσκολες νύχτες [1938] από μιαν γαλλίδα ελληνίστρια, τη Mireille Brugeas. Σ’ αυτή την προσπάθεια έχω την τιμή να δίνω κι εγώ με τις δυνάμεις μου όποια βοήθεια μου έχει ζητηθεί κυρίως σε γλωσσικές επεξηγήσεις και νοηματικές διευκρινίσεις.)
Εδώ πρέπει να αναφέρω και το όνομα ενός άλλου άξιου πανεπιστημιακού μελετητή του έργου της Μέλπως, του Γάλλου καθηγητή Γκυ Σωνιέ, που όμως τελευταία σαν να μας τα έχει λίγο θαλασσώσει γεμίζοντάς μας εύλογες απορίες απ’ αφορμή κάποιες προκρούστεια τραβηγμένες, παρακεκινδυνευμένα υπερβολικές κι όχι πολύ πειστικές, φροϋδικές ερμηνευτικές απόψεις του σχετικά με τον προσωπικό ερωτικό κόσμο της Μέλπως. Αναφέρομαι σ’ αυτό που διαβάζοντας το βιβλίο του ονόμασα κάπως σκωπτικά, αλλά άκακα, «θεωρία της κλειδαρότρυπας» [βλ. Guy (Michel) Saunier, «Όψεις του φαντασιακού της Μέλπως Αξιώτη», κεφάλ. 8. του βιβλίου του Οι μεταμορφώσεις της Κάδμως – Έρευνα στο έργο της Μέλπως Αξιώτη, Άγρα  2005, κυρ. σσ. 168-172].
Συμπερασματικά, σήμερα, σαράντα σχεδόν χρόνια μετά τον θάνατό της Μέλπως, η ενασχόληση σπουδαίων πανεπιστημιακών δασκάλων, που μεταφράζουν, μελετούν και διδάσκουν το κατά γενική ομολογία μοναδικό έργο της στα ελληνικά και ξένα πανεπιστήμιά τους είναι πηγή χαράς για εμένα, είναι άλλη μια απόδειξη για την αξία του έργου της, αλλά συγχρόνως και το εχέγγυο για συνέχιση. Επιπλέον, είναι ό,τι πιο ευτυχές σύντυχε στο έργο της, έστω κι αν η ίδια δεν το είδε να συμβαίνει όσο ζούσε.

γ΄
Σπάνιος και πολύτιμος ο Λόγος της Μέλπως και στις μεταφράσεις της
Ο σπάνιος και πολύτιμος Λόγος της Μέλπως έχει αναντίρρητα και στις μεταφράσεις της μιαν απρόσκοπτη, αβίαστη, υπνωτιστική και θαυματουργή ροή, που τη γεννά και τη βάζει και πάλι σε κίνηση αφ’ ενός η βαθύτατα κατακτημένη γνώση του γλωσσικού εργαλείου και αφ’ ετέρου η ευαισθησία, η μαστοροσύνη και η τόλμη της ως δημιουργού. Η Μέλπω ουδέ στιγμή ορρωδεί στο να χρησιμοποιεί όχι μόνο στο πρωτότυπο έργο της, αλλά συχνά και στο μεταφραστικό, ιδιωματικές λέξεις με μιαν αφοπλιστική, αλλά πανούργα «αθωότητα», μια σοφά ελεγχόμενη παιδική αφέλεια, ως εάν να είναι απολύτως σίγουρη ότι αυτές οι άγνωστες, οι παράξενες, αλλά εύχυμες και εύηχες λέξεις, που τις καπετανεύει ασφάλτως με επιδέξιους χειρισμούς, πρέπει απαραιτήτως να χρησιμοποιηθούν για να μοιραστεί με τους αναγνώστες της τη χαρά της χρήσης τους. Είναι λέξεις εντυπωσιακές, λαμπερές, πολύτιμες, βγαίνουν από το βαθύτερο είναι της, αντιπροσωπεύουν ακριβώς αυτό που το εσώψυχό της φλεγόταν να εκφράσει, άρα για τη Μέλπω ήταν νομοτελειακά μονόδρομος η πίστη, πως ό,τι έγραφε δεν γινόταν παρά να είναι κατανοητό από όλους. Σε πείσμα των δεδομένων που συνηγορούσαν υπέρ του αντιθέτου, αποδείχτηκε ότι είχε δίκιο. Κατάφερε μ’ έναν διαβολικό τρόπο και με όπλο αυτήν ακριβώς την ευμορφιά, τη μουσική ευηχία και το βάρος αιώνων παράφορης ιστορίας που κουβαλούσαν οι λέξεις της, οι λέξεις μας, να κρατά σε εγρήγορση τον αποδέκτη τους και συγχρόνως να τον μαγνητίζει, να τον γητεύει σαν τον Παγκανίνι όταν έπαιζε το βιολί του ή σαν το φλάουτο εκείνου του παραμυθιού, που μάγευε ζώα και παιδιά αδιακρίτως. Η Μέλπω στέκεται με θαυμασμό και τρυφερότη’ μπροστά σ’ αυτές τις Λέξεις, τις θεωρεί όντα ζωντανά με σφυγμό, νεύρο και γαίμα, και με παρηγορητικές ή και θεραπευτικές ιδιότητες:
[…] Μυριάδες [λέξεις] έχει μέσα το χοντρό λεξικό, αλλά πόσες τάχα ξέρεις εσύ, ένα μικρούτσικο πλάσμα. Όταν όμως θα βάλεις το χαρτί μπροστά σου, έρχονται και σε βρίσκουν από τα βάθη του κόσμου, φυτρώνουν κι εκεί που δεν έχει χώμα, στραγγίζουν σαν από κόσκινο –και ζυγιάζεται η λέξη, να μην πέσει βαρειά, ή μην έρθει στενή, ή μήπως περισσεύει– σου βγαίνουν στη μέση και οι στυφές. Και θέλει πολλή προσοχή, ανάλογα με τον καιρό, καμώνονται σαν το κυδώνι που είναι καρπός δύσκολος, και ταξιδεύουν οι λέξεις, λείπουν κάποτε για πολύ διάστημα, και τότε κουβαλούν στη ράχη τη μνήμη τους. Γιατί πρέπει η λέξη να έχει μια απέραντη μνήμη. Κι ο άνθρωπος με το χαρτί, πρέπει κάθε φορά και να την λησμονεί, για να την ξαναβρίσκει…
Τη μαγεία της λέξης την αισθάνεται εκείνος που διαβάζει, χωρίς να ξέρει πώς έγινε αυτό. Σαν να τον πλάνεψε νεράιδα… Έμαθες τώρα αναγκαστικά ότι με λίγες λέξεις ζεις· και πεθαίνεις. Και γράφεις…
Τα βιβλία σου είναι όμοια μ’ εσένα: απομονωμένα· ζούνε στη μοναξιά. Και κάτι λέξεις περίεργες: το καντενάσο, το μάσκουλο, το γλυστήρι, η μπετούγια, η λιάστρα του σύκου, η άφτρα του λύχνου, το σαμιαμίθι, το σερπετό, το χαμόπυρο…» [βλ. Μ. Αξιώτη, Η Κάδμω, Κέδρος 1972, σσ. 12-13 & 63-64].
Ενώ, λοιπόν, αυτές οι παράξενες λέξεις, σχεδόν απομονωμένες τώρα πια μέσα στα «χοντρά» λεξικά λόγω της ολοένα αυξανόμενης αχρησίας τους, δεν θα έπρεπε να είναι παρά κενά και ακατανόητα σημεία, η Μέλπω τις κάνει με τη μαστοριά και την υψηλή Τέχνη της όχι μόνο κατανοητές, αλλά μικρούς εν δυνάμει δυναμίτες αισθήματος και συγκίνησης έτοιμους ανά πάσα στιγμή να εκραγούν για να λάμψει το σκότος του νυκτερινού στερεώματος, όπως λάμπει ο κόσμος κάθε φορά που κάποιος από εμάς τις χρησιμοποιεί αβίαστα κι απροσχημάτιστα. Μια εξήγηση, η σημαντικότερη κατά τη γνώμη μου, σ’ αυτό το με την πρώτη ματιά ανεξήγητο φαινόμενο, είναι ότι οι λέξεις της, η φυσική «προφορικότητα» της ιδιωματικής γλώσσας της, συχνά της ίδιας ποιότητας με τα μακρυγιαννικά κείμενα ή το δημοτικό τραγούδι, χωρίς ίχνος προσπάθειας για στείρα μίμηση της «προφορικής» λογοτεχνίας, ήταν ζυμωμένη με το μυαλό και το γαίμα από τα γεννοφάσκια της, για να μην πω από τότε κιόλας που ήταν μες στην κοιλιά της μάννας της. Τα «μυκονιάτικα» μαζί με τα γαλλικά ήταν οι δυο γλώσσες που ακούγονταν αδιακρίτως από αφέντες και παρακατιανούς, υπηρέτες, μισθωμένες νταντάδες, γκουβερνάντες, αλλά και επισκέπτες  μέσα στα αρχοντικά των Αξιώτηδων – πλην της μητέρας Καλλιόπης Βάβαρη, αργότερα Ποσειδώνος, που δεν ήταν Μυκονιάτισσα, άρα δεν μιλούσε το ιδίωμα του νησιού, και που η μορφή της έσβησε ξαφνικά τόσο ενωρίς και τόσο τραυματικά από τη ζωή της Μέλπως:
Κάτι σκάλες θεόρατες για να φτάσεις από το δρόμο ίσαμ’ απάνω. Άνθρωποι μπαινοβγαίνουν όλες τις ώρες της μέρας, απάνω κάτω, απάνω κάτω, και το βράδυ…
Μια γριούλα κυρία, ταχτικά, στις τρεισήμιση καθ’ απόγεμα, τικ τικ  [προσέξτε: «τικ τικ» όχι «τικ τακ», όλα έχουν σημασία στη Μέλπω] το τακουνάκι της, κι ερχότανε και γύρω γύρω στο μεγάλο τραπέζι μοιράζανε κάτι χρωματιστά κόκκαλα κι επαίζανε μάους… [βλ. Μ. Αξιώτη, α. Δύσκολες νύχτες, α΄ έκδ., Τυπογραφείο Γ. Ρόδη, Αθήνα 1938, σσ. 1-2, και β. στα Άπαντα, τ. Α΄, φιλολ. επιμ. Μ. Δούκα - Β. Λαμπρόπουλος, γ΄ έκδ., Κέδρος 1999, σσ. 25-26].
Όταν η Μέλπω ποδάρωσε, τα «μυκονιάτικα» ήταν και πάλι η γλώσσα που άκουγε καθημερνά στη γειτονιά της, όση βέβαια συνάφεια της επέτρεπαν να έχει με τη γειτονιά η καλιτά της οικογένειας και οι ταξικοί περιορισμοί της εποχής. Αργότερα, ώς το 1918 που έφυγε από τη Μύκονο στην Τήνο για τη Σχολή των καθολικών Ουρσουλινών καλογραιών, στην ακόμη τρυφερή ηλικία των δεκαπέντε χρονών, κι ώς το 1929, οπότε έφυγε από τη Μύκονο ύστερα από τη συναινετική διάλυση του ατυχούς γάμου της, όποτε επέστρεφε στο νησί, ήταν τα «μυκονιάτικα» και πάλι στις γειτονιές του που της τα ενστάλαζαν στην ψυχή οι «θαλασσινές γερόντισσες». Διά του λόγου το αληθές μάλιστα η ίδια θα επικαλεστεί ως μάρτυρα τον Θεό:
Μάρτυς μου ο Θεός, τις θαλασσινές γερόντισσες τις ξέρω, μαζί τους πέρασα τη ζωή μου, εκείνες να μιλώ με μάθανε, μ’ αυτές και τώρα ακόμα ζω
[βλ. Μ. Αξιώτη, «Η ποίηση και οι περιπέτειές της» στον Στ΄ τόμο των Απάντων της, Κέδρος 1983, σελ. 248].
(Με την ευκαιρία, ανοίγω εδώ και πάλι μια μικρή παρένθεση για προσπάθεια αποκατάστασης της πιθανότερης χρονολογίας γέννησης της Μέλπως: Κατά πληροφορία της ίδιας γεννήθηκε στα 1905, κατά πληροφορία της ετεροθαλούς αδελφής της Φρόσως Αξιώτη-Βασιλικιώτη το 1902, τέλος κατά ρητή διαβεβαίωση της μακαρίτισσας Ελένης Γρυπάρη, που ήταν πρώτη εξαδέλφη της θετής μητέρας της Μέλπως Μαρουλίνας Γρυπάρη-Αξιώτη και την αποκαλούσαν «κινητό ληξιαρχείο» στο οποίο οι πάντες προσέτρεχαν για τη λύση τέτοιων αποριών, όπως είχα πράξει κι εγώ πριν από τριάντα χρόνια, γεννήθηκε στα 1903 – αυτή, η τελευταία νομίζω ότι είναι η πιθανότερη χρονολογία γέννησής της. Πάντως, διαβήματα για οριστική λύση του προβλήματος με πρόσβαση στα ληξιαρχεία του Δήμου Αθηναίων, όπου πρέπει η Μέλπω να είναι εγγεγραμμένη ως γεννηθείσα στην Αθήνα, δεν τελεσφόρησαν έως τώρα. Είναι ανθρώπινο και συγγνωστό το ότι η Μέλπω, σπρωγμένη πιθανόν από φιλαρέσκεια, ήθελε να κρύψει αυτά τα δυο χρονάκια από την πραγματική ηλικία της – τι ψυχή έχουν δυο χρονάκια μπροστά σε άλλες τερατώδεις και γελοίες παραποιήσεις ηλικιών ή βάναυσες χειρουργικές παραμορφώσεις προσώπων και σωμάτων από άντρες και γυναίκες στις μέρες μας;).
Τα «μυκονιάτικα ήταν η γλώσσα που μιλούσε η Μέλπω και με τις φιλαινάδες της, αυτή που της μιλούσαν οι Μυκονιάτες δάσκαλοι στο σχολειό της, η γλώσσα που θα χρησιμοποιήσει αργότερα με θαυμαστό τρόπο ως εργαλείο στα βιβλία της. Οι ιδιωματικές λέξεις της, όπως ήδη ανάφερα, συναντιούνται αρκετά συχνά και στις μεταφράσεις της, πάλι χωρίς εκζήτηση, φυσικά κι αθώα – η απροσποίητη, αυθεντική «αθωότητα» στη λογοτεχνική γλώσσα δεν βλάπτει, είναι ενίοτε σπουδαίο, αν και σπανιότατο, προσόν – φτάνει βεβαίως να συντρέχουν κι άλλες προϋποθέσεις. Να σημειώσω μόνο για την ιστορία ότι μετά από το ανώνυμο κριτικό σημείωμα του Γιώργου Σεφέρη το 1939 στο περιοδικό Τα Νέα Γράμματα [Ε΄/ 7-12, Ιούλ.-Δεκ. 1939, σ. 334] για την πρώτη ποιητική συλλογή της Σύμπτωση [Πυρσός, Αθήνα 1939], όπου στην καταληκτική σ’ αυτό παρατήρησή του σημειώνει ότι στο ποίημα της Μέλπως «πρέπει κανείς ν’ αντικαταστήσει τις ιδιωματικές ονομαστικές του πληθυντικού με αιτιατικές», δηλαδή ο τύπος «τ(ι)ς ανθρώποι» πρέπει να γίνει «τους ανθρώπους», το «τ(ι)ς γιατροί» να γίνει «τους γιατρούς» κ.ο.κ., η ίδια έκτοτε, χωρίς πάντως να βάλει πολύ νερό στο κρασί της, είναι ομολογουμένως κάπως πιο συγκρατημένη και προσεκτική με κάτι τέτοια που ξενίζουν το μη ασκημένο μάτι και αφτί. Η Μέλπω βεβαίως ούτε πιστός αντιγραφέας ποτέ υπήρξε ούτε αχθοφόρος των όσων άκουγε, ήταν πρωτίστως δημιουργικός συγγραφέας, έγραφε, δηλαδή άρμοζε εύηχα και μουσικά τις λέξεις της μετουσιώνοντάς τες σε υψηλή Τέχνη.
Είναι άξιο υπενθύμισης το ειρωνικό παιχνίδι της μοίρας και της φοράς απρόβλεπτων κι αναπάντεχων στη ζωή μας πραγμάτων, που έκανε με τη σειρά του «ιδιωματικό» και τον ίδιο τον Γιώργο Σεφέρη στην προτελευταία ποιητική συλλογή του …Κύπρον, ού μ’ εθέσπισεν, γνωστότερη ως Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ΄ [Ίκαρος 1955], μιαν από τις ουσιαστικότερες και πιο ιδιόρρυθμες ποιητικές δουλειές του, που ακριβώς γι’ αυτό προκάλεσε την κριτική αδιαφορία κι εχθρότητα, αλλά και αντιδράσεις κι επιθέσεις ακόμη κι από «φίλους», όταν πρωτοεκδόθηκε. Έχοντας πλέον ο ποιητής γνωρίσει κι αγαπήσει τον κόσμο της Κύπρος ως δεύτερη πατρίδα του, που αντικατάστησε την απωλεσθείσα, δηλαδή τα Βουρλά της Μικρασίας, τολμά με την τόλμη που δίνει η ωριμότητα, η γνώση, η βαθειά αγάπη και η πίστη στην ορθότητα και στην αξία αυτού στο οποίο με αφοσίωση έχομε αφιερωθεί, να χρησιμοποιήσει λέξεις και φράσεις από το κυπριακό ιδίωμα και τα παλιά κυπριακά λογοτεχνικά και ιστορικά κιτάπια, καθώς και από την πολυτάραχη διαχρονική ιστορία και μυθολογία του νησιού. Εξομολογείται μάλιστα στη σημείωση που συνόδευε την πρώτη έκδοση της συλλογής ότι έχει γίνει «περισσότερο οικείος, περισσότερο ιδιωματικός» [η υπογράμμιση δική μου], διαπορώντας ίσως και λίγο (;) γι’ αυτό που του συμβαίνει [γι’ αυτήν την ποιητική συλλογή βλ. α. Ε. Λ. Λουίζος, «Ένα απόγευμα στην Έγκωμη», στον τόμο Για τον Σεφέρη τιμητικό αφιέρωμα στα τριάντα χρόνια της «Στροφής», Αθήνα 1961, σσ. 22-23· β. Γ. Π. Σαββίδης, «Μια περιδιάβαση. Σχόλια στο …Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν…», Για τον Σεφέρη…, ό.π., σσ. 304-408, και γ. τη σχετικά πρόσφατη, εξαιρετική μελέτη της Κ. Κρίκου-Davis, Κολόκες, Μελέτη για τη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη Ημερολόγιο Καταστρώματος, Γ΄(1953-1955), μετάφρ. Τ. Μόζερ, Ιδεόγραμμα, Αθήνα 2002].
Τα ιδιώματα, ως γνωστόν, έχουν την τάση να στοχεύουν προς την απλοποίηση –κάποτε υπεραπλούστευση– και την κατάργηση κάθε περιττού ή περιπεπλεγμένου στη γλώσσα, οδηγούμενα, λες, σ’ αυτό ενδιαθέτως και ενστικτωδώς από το συλλογικό γλωσσικό υποσυνείδητο. Αυτό το παρατηρούμε βεβαίως και στο μυκονιάτικο ιδίωμα. Έχω επανειλημμένως τονίσει ότι τα γλωσσικά ιδιώματα των γλωσσών είναι παραπόταμα του ίδιου μεγάλου ποταμού της Γλώσσας, συμβάλλονται μ’ αυτήν, τη λιπαίνουν, την πλουτίζουν και τη δυναμώνουν με ήχους, χρώματα και νοήματα. Όσες φορές ο εργάτης του Λόγου δεν έχει κλείσει τα μάτια σ’ αυτή την αλήθεια, κερδίζει, και μαζί του κερδίζει η ίδια η γλώσσα του. Η Μέλπω νιώθοντας στοργή και γνωρίζοντας σε βάθος το ιδίωμα του τόπου της, του τόπου μας, μπορεί να μην το έλεγε, αλλά συχνά θα σκεφτόταν κι αυτή, όπως συχνά κι εγώ σκέφτομαι, ότι η μόνη γλώσσα που μάθαμε στη ζωή μας είναι τα μυκονιάτικα. Στη ζωή, γλώσσα δικιά μας είναι μόνο αυτή που κυλά μέσα στο γαίμα μας, αυτή δηλαδή  στην οποία είπαμε τις πρώτες λέξεις. Τώρα πια, κατανοώ κι απόλυτα δικαιολογώ την άρνησή της να μάθει τα γερμανικά, για να μην αλλοιώσει, να μη νοθεύσει την αχάλαστη αίσθηση της γλώσσας που τόσο καλά κάτεχε. Ήξερε καλά πόσο ντελικάτο, πόσο λεπτεπίλεπτο άνθος είναι αυτή. Μαθαίνοντας μια νέα γλώσσα αποκτούμε μια νέα σκέψη, αυτό ακριβώς ήταν που φοβόταν η Μέλπω. Ενδομύχως δεν ήθελε άλλη σκέψη να σκοτίσει και να νοθεύσει αυτήν που της ήταν απαραίτητη για να γράφει τα βιβλία της, έτσι που τα έγραφε, όπως δεν ήθελε επί δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια στο εξωτερικό «μόνιμη» κατοικία σε σπίτι, προτιμώντας να μένει σε ξενοδοχεία. Άλλο ήταν το Σπίτι που είχε στο δικό της μυαλό κι έλπιζε να το ξαναβρεί κάποια στιγμή …
Η Μέλπω πηγαίνει πιο πέρα από τον Σεφέρη, είναι αλλιώς ιδιωματική, δημιουργικά, ενεργά, σταθερά – δεν θέλω μ’ αυτό να πω ότι η «ιδιωματικότητα» του Σεφέρη είναι διακοσμητική ή εξεζητημένη –κάθε άλλο–, απλώς είναι πιο –πώς να το πω;–, πιο «σκηνοθετημένη», πιο ιστορική και, όπως αποδείχτηκε, περιστασιακή. Αν εξαιρέσει κανείς τα παιγνιώδη Εντεψίζικα, συντεθειμένα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, δεν υπήρξε συνέπεια ή συνέχεια σ’ αυτήν την «ιδιωματικότητά» του ούτε στα έξοχα και σχεδόν ανεξερεύνητα ακόμη Τρία κρυφά ποιήματα [1966], αυτή την ποιητική διαθήκη του, ένα μνημείο λιτότητας και πυκνότητας, αλλά ούτε και στα τελευταία μεμονωμένα ποιήματά του. Η Μέλπω όχι μόνο θα χρησιμοποιήσει σταθερά στη λογοτεχνία της στοιχεία από το μυκονιάτικο, γλωσσικό ιδίωμα, αλλά κουβαλώντας το μέσα στον βαθύτερο εαυτό της, ανήσυχη κι ερευνητική μαστόρισσα καθώς ήταν, δεν διστάζει να το τιμονεύει με σιγουριά προς τον φυσικό προσανατολισμό του, δηλαδή την περαιτέρω απλοποίηση και το ψαλίδισμα με τολμηρές και κάποτε ριψοκίνδυνες δικές της παρεμβάσεις, ζυμώματα ή ακόμη και δυσδιάκριτες, λογοτεχνικές «παραμορφώσεις» και «ακρωτηριασμούς» στις λέξεις και τη σύνταξη. Ας απαλύνω τους τελευταίους ατυχείς, έστω και σε εισαγωγικά χαρακτηρισμούς, ονομάζοντάς τους σωστότερα «λογοτεχνικές μεταπλάσεις ή μεταποιήσεις», ναι, αυτό είναι. Σε πείσμα ή καλύτερα εξαιτίας αυτών των μεταπλάσεων στις λέξεις και στη σύνταξη, στις οποίες ανενδοίαστα προχωρεί η Μέλπω, διατηρεί πάντοτε την αρμονία και το αλμυρό άρωμα των λέξεων και των φράσεων του μυκονιάτικου ιδιώματος με ακέραιο το νόημα και τη μουσικότητά τους, φυσικά, αβίαστα, άκοπα –φαινομενικά τουλάχιστον–, χωρίς ίχνος «ηθογραφικής» χροιάς ή πρόθεσης, κατά μαγικό, δαιμονικό και σχεδόν ανεξήγητο τρόπο, που μόνο η υψηλή, κλασική Τέχνη, η παντρεμένη με έναν ρηξικέλευθο και επαναστατικό «μοντερνισμό» γνωρίζει πώς να το κάνει. Κι όλα αυτά διανθισμένα από την ιδιάζουσα λαϊκή θυμοσοφία, το αιφνίδιο νησιώτικο χιούμορ και την ανελέητη κυκλαδίτικη ειρωνεία, που διατηρούν ωστόσο πάντοτε αναγνωρίσιμη την αξιώτικη στάμπα και προκαλούν έκπληξη ή κι  ασυγκράτητες εκρήξεις γέλιου. Η Μέλπω θα τελειώσει τη συγγραφική ζωή της έτσι ακριβώς που την άρχισε: με τη γλώσσα που της έμαθαν οι «θαλασσινές γερόντισσες» περιμένοντας ακόμη ένα «σουβριάλι. Ασημένιο», που τώρα πια γνωρίζει πως δεν πρόκειται να της το φέρει κανείς – αυτό ίσως να τα εξηγεί όλα…
Ας μη μας διαφεύγει και το κεφάλαιο της μουσικής του πατέρα της Γεώργιου Αξιώτη. Η Μέλπω παιδιόθεν είχε μέσα στο ίδιο το σπίτι της μουσικά ακούσματα από το πιάνο του συνθέτη πατέρα της, πράγμα που δεν μπορεί παρά να τη βοήθησε, υποσυνείδητα έστω, να διακρίνει τουλάχιστον τι ήταν κακόηχο, τι εύηχο κι αρμονικό. Αν και δεν έχει διευκρινιστεί η σχέση της με τη μουσική, το πιθανότερο είναι ότι αυτή η περίεργη σιωπή της γύρω από αυτή την τόσο δυνατή και άμεση τέχνη, που την είχε ολημέρα μέσα στ’ αφτιά της, δείχνει ότι η μουσική ατμόσφαιρα του σπιτιού πρέπει μάλλον να την οδήγησε είτε στη θεώρηση ότι η ύπαρξή της ήταν κάτι εντελώς φυσιολογικό είτε σε μπούκωμα και απέχθεια, κορεσμό καλύτερα, για όσον καιρό τουλάχιστον συνέθετε οργανωμένα ο πατέρας της, αφού σύντομα ο Γεώργιος Αξιώτης αηδιασμένος από τους κακεντρεχείς μουσικούς κύκλους και τα σινάφια του κέντρου με τον τυχοδιωκτισμό και τις μικροψυχίες τους, ξέκοψε οριστικά κι αφοσιώθηκε περισσότερο στα ερασιτεχνικά γεωργικά του κτήματος της Ανωμεράς και λιγότερο στη μουσική. Η οικονομική του κατάσταση του επέτρεπε βεβαίως αυτή την πολυτέλεια. Στο περίφημο σπίτι της Ανωμεράς, όπως και στο αρχοντικό της Χώρας, φιλοξενήθηκαν κατά καιρούς γνωστοί άνθρωποι της τέχνης και των γραμμάτων. Συχνά στοιχειώνει μπροστά μου γλυκύπικρα ειρωνικό ή και απέραντα σαρκαστικό το βλέμμα και το μειδίαμα της Μέλπως, που το αγαπημένο σπίτι του πατέρα της με την επιγραφή «Μέλπω» πάνω από την είσοδο, βρίσκεται, βρισκόταν; –δεν ξέρω– στα χέρια μιας βαρώνης!
Σακί σακί το χώμα το κουβάλησα… Κι ο τόπος… εγιόμισεν ζωές, και με κρυφομιλήματα…  Σακί σακί το χώμα, την αγάπη μου και τη θέληση… Τι θ’ απογίνει σα θ’ αποθάνω ετούτος ο τόπος…
[βλ. Μ. Αξιώτη, Δύσκολες νύχτες, α΄ έκδ., ό.π., α. σελ. 148, και β. Άπαντα Α΄, σελ. 172]. Οποία επίκαιρη ερώτηση που σπάζει κόκκαλα! Οποία ειρωνεία! Ευτυχώς που δεν βλέπουν οι φευγάτοι…
Για ουσιαστικότερη σχέση της Μέλπως με τη μουσική, αν ήταν δηλαδή λάτρις της, δεν έχομε σημαντικές μαρτυρίες από την ίδια ή άλλους. Οι αναφορές της, άμεσες ή έμμεσες στη μουσική είναι σύντομες και μάλλον αδιάφορες [πβ. π.χ. στην Κάδμω: «Κάποιοι δίσκοι που έπαιζε το γραμμόφωνο…» (σελ. 65), «θα δεις κοπέλες μέσα στις κάμαρες…, με ταλέντο ή και χωρίς, να γρατζουνίζουν χορδές οργάνων» (σελ. 74), κάπου αλλού αναφορές στις Ουρσουλίνες που δίδασκαν και μουσική στις μαθήτριές τους, «ένα τραγούδι δικό σου. Καθώς το λένε, ένα ποίημα. “Κοντραμπάντο”» (σελ. 66) – «τραγούδι» ονομάζει η ίδια το ποίημά της, έχει ξεχωριστή σημασία αυτό… Όλα πάντως συντείνουν στο ότι δεν υπήρχε ιδιαίτερα στενή σχέση από τη μεριά της μ’ αυτήν την τέχνη. Ίσως πάλι –σκέφτομαι– είναι τόση η μουσική στα γραφτά της, που πιθανόν να μην είχε άλλο χώρο για περισσότερη. Όσο για το αν η ίδια σπούδασε πιο συστηματικά τη μουσική, το πράγμα φαίνεται απίθανο αφού, κατά μαρτυρία της, ο μουσικός πατέρας της «ελεεινολογούσε» τη συνήθεια των γονιών στις αστικές οικογένειες να ζορίζουν τις θυγατέρες τους για να μάθουν πιάνο, ενώ δεν διέθεταν καμμία έφεση ή τάλαντο.
Η σχέση της Μουσικής με την Ποίηση, γενικά με τον Λόγο που σέβεται τον εαυτό του, δεν είναι μόνο αρχαιόθεν κοινά αποδεκτή, αλλά είναι και αυταπόδεικτη. Στην εμβληματική διάλεξη-δοκίμιο του T. S. Eliot «The Music of Poetry» υπάρχουν εξαιρετικά οξυδερκείς επισημάνσεις γι’ αυτή τη σχέση [βλ. T. S. Eliot, «The Music of Poetry» στο On Poetry and Poets, Faber & Faber, London 1957, και πρόχειρα για τη μετάφραση του αποσπάσματος βλ. την μόλις εκδοθείσα εξαιρετική μελέτη της Πολίνας Ταμπακάκη, Η «μουσική ποιητική» του Γιώργου Σεφέρη – Μια μελέτη της σχέσης της μοντερνιστικής ποίησης με τη μουσική, Δόμος, Αθήνα 2011, σελ. 87]. Γράφει ο ποιητής των Τεσσάρων Κουαρτέτων:

Η χρήση επαναλαμβανόμενων θεμάτων είναι τόσο φυσική στην ποίηση όσο και στη  μουσική. Υπάρχουν δυνατότητες για στίχους που παρουσιάζουν αναλογίες με την ανάπτυξη ενός θέματος από διαφορετικές ομάδες οργάνων· υπάρχουν δυνατότητες για περάσματα σ’ ένα ποίημα που μπορούν να παραβληθούν με τα διαφορετικά μέρη μιας συμφωνίας ή ενός κουαρτέτου· υπάρχουν δυνατότητες αντιστικτικής διάταξης του θεματικού υλικού…

Και για να γυρίσομε στα ημέτερα: Οι γενάρχες της δικής μας νέας ποίησης Διονύσιος Σολωμός και Ανδρέας Κάλβος, αλλά προπαντός το αθάνατο δημοτικό μας τραγούδι, που όχι μόνο συνοδευόταν από μουσική, αλλά ήταν και το ίδιο με τις λέξεις του μουσική, είναι αψευδείς μάρτυρες αυτής της εξ αίματος συγγένειας. Τέλος, ας θυμηθούμε και την εξαίσια «παρατονισμένη» μουσική του Αλεξανδρινού που τόσοπροδρομικά και  θαυματουργά μας έβαλε μέσα στην μοντέρνα ποίηση των καιρών μας…
        
Εν αντιθέσει πάντως με τη Μέλπω, στην οποία υπάρχει απόλυτη σιωπή για τη σχέση της με τη μουσική, για τον Σεφέρη –για να ξαναγυρίσω σ’ αυτόν μιας και τους συνέδεε φιλία– γνωρίζομε πρώτα πρώτα τη ρητά εκφρασμένη επιθυμία στα παλαιότερα ημερολόγιά του για αλλαγή δημιουργικής πλεύσης: «…Επηρεάζομαι», γράφει, «από τους μουσικούς, γιατί βαρέθηκα τους λογοτέχνες… Σκέφτομαι τους κριτικούς που δεν θα μπορούν να εντοπίσουν ποιους έκλεψα. Αν μπορούσα θα πήγαινα στο Παρίσι να σπουδάσω τη μουσική…» [βλ. Γ. Σεφέρης, Μέρες Β΄, επιμ. Δ. Ν. Μαρωνίτης, Ίκαρος 1975, σελ. 24]. Καθώς έχομε και πάμπολλες καταγραφές και μαρτυρίες για τη σχέση του με τη μουσική και τα μουσικά ακούσματα, σε σημείο μάλιστα να ξέρομε τόσα για τους μουσικούς τρόπους του, όσα και για τους λογοτεχνικούς – είναι, άλλωστε, αλληλένδετα αυτά τα δύο, Ποίηση και Μουσική, σε κάποιους λογοτέχνες [βλ. α. μουσικές «αναφορές» του Γ. Σεφέρη στους  εκδοθέντες τόμους των ημερολογίων του Μέρες, passim· β. «Ο Σεφέρης για τη Μουσική – Ανέκδοτα κείμενα», Δελτίο κριτικής δισκογραφίας, τχ. 14-17, Αύγ. 1974 - Ιούν. 1975, σσ. 281-294, Λέσχη του Δίσκου, και γ. Π. Ταμπακάκη, Η «μουσική ποιητική» του Γιώργου Σεφέρη..., ό.π.].
        Στη μουσική μύηση του Σεφέρη καθοριστική χωρίς άλλο ήταν και η συμβολή της όμορφης, βραχύβιας Μούσας του, που τον συντάραξε, όπως συντάραξε και τον Νίκο Εγγονόπουλο, της μουσικοκριτκού Λουκίας Φωτοπούλου, εξαδέλφης της Μέλπως από τη μεριά της μητέρας της – τι παράξενες συμπτώσεις συμβαίνουν καμμιά φορά στη ζωή! [βλ. Π. Κουσαθανάς, Γράμματα στη Μέλπω από τον αδελφό της Πανάγο Αξιώτη, Η Μυκονιάτικη 1997, σσ. 66 & 74-75, και β. Π. Ταμπακάκη, Η «μουσική ποιητική» του Γιώργου Σεφέρη, ό.π., σσ. 59-64 και passim, βλ. ευρετήριο του βιβλίου]. Σύμπτωση πάντως δεν είναι ότι η γραφή αμφοτέρων, Σεφέρη και Αξιώτη, είναι μια γραφή μουσική, μια «μουσική ποιητική» όχι μόνο στα ποιήματά τους, αλλά και στα πεζά, ακόμη και στα περιστασιακά γραφτά της Μέλπως. Θέλει βεβαίως πολύ χρόνο και ψάξιμο το θέμα για να διερευνηθεί εξαντλητικά. Μακάρι να ’χα άλλη μια ζωή!
Για όλα τα παραπάνω ερωτήματα της σχέσης της Μέλπως με τη μουσική, τώρα πια μόνο εικασίες μπορούμε να κάνομε, έφυγαν όλοι όσοι θα μπορούσαν να μας διαφωτίσουν με γεγονότα και έγκυρες πληροφορίες. Όμως τι σημασία έχουν όλα αυτά; Άλλο είναι εκείνο που βαρύνει: Το ντόπιο γλωσσικό ιδίωμα, γέννημα της συμπαιγνίας του αγέρα, του ήλιου, της αρμύρας της θάλασσας, κυρίως όμως των περιπετειών της αναμπούμπουλης ιστορίας του νησιού, λες και γεννήθηκε για δυο λόγους: Για να πορευτεί  με αυτάρκεια μαζί του στη ζωή ο ντόπιος λαός του «αιγιαλίτικου βραχόνησου» της Μύκονος και για να το κεντήσει, καλύτερα να το τραγουδήσει, στα βιβλία της η θυγατέρα ενός μουσικού. Συμπέρασμα: Η Μέλπω κατάφερε να γράψει με τις λέξεις τη μουσική που δεν μπόρεσε για πολλούς λόγους να συνθέσει με τις νότες ο πατέρας της!
Ως μοδίστρα υψηλής ραπτικής που ήταν –για να μην ξεχνάμε κι αυτή την ιδιότητά της με την οποία προσπάθησε για έναν χρόνο το 1934 να βγάλει τον επιούσιο– έκοβε κι έρραβε –χωρίς πατρόν!– τις λέξεις της καταφέρνοντας όχι μόνο να διατηρήσει αλώβητη, αλλά και να ενδυναμώσει τη μουσική και νοηματική μαγεία του ιδιώματός μας, «να ταιριάξει» αρμονικά όσα σε πρώτη ματιά φαίνονταν αταίριαστα, να κάνει κατανοητά τα δύσκολα για όσους δεν ήταν εξοικειωμένοι μ’ αυτό το γλωσσικό εργαλείο, τη μόνη περιουσία της, ό,τι πιο πολύτιμο είχε. Συχνά σκέφτομαι ότι εάν δεν είχε επισυμβεί τόσο βίαια στον τόπο μας το γεγονός με τους αγγέλους –και τους «δαιμόνους», όπως τους λέει η Μέλπω– του τουρισμού, όπου απάνω τους μαζί με τα υπόλοιπα σκάρωσε, προσάραξε, και η φυσιολογική εξέλιξη του γλωσσικού ιδιώματός μας, σήμερα ή εν πάση περιπτώσει σε μερικά χρόνια, δεν θα εκπλαγόμαστε αν εξακριβώναμε διαβάζοντας τη Μέλπω ότι, εκτός των άλλων που με οξύνοια και ενστικτώδη ή προφητική ικανότητα πρόβλεψε, είχε διαβλέψει ακόμη και την εξελικτική πορεία των γλωσσικών τύπων του ιδιώματός μας – τόσο πολύ είχε ζυμωθεί μαζί τους!

δ΄
«Ό,τι δεν είχα, εκείνο πάντα ήθελα, κι αφού ό,τι ήθελα δεν είχα...»
Το μυαλό του καθενός, που γνωρίζει την πνευματική ιστορία της οικογένειας των Αξιώτηδων θα πάει, συνειρμικά κι αναπόφευκτα, στο δεύτερο σκέλος της δημιουργικότητας της Μέλπως, στο μεταφραστικό της έργο, και δικαίως θα σκεφτεί ότι κατά κάποιο τρόπο συνέχισε επάξια και ξεπέρασε τη μεταφραστική δεινότητα και παράδοση του παππού της Πανάγου Αλεξ. Αξιώτη (1840-1918), ο οποίος εκτός από  συγγραφέας ηθογραφικών διηγημάτων ήταν στην εποχή του και αξιόλογος μεταφραστής της ρωσικής λογοτεχνίας από το πρωτότυπο· μετάφρασε Κριλόφ, Πούσκιν, Τολστόι, Σούχοβο-Κομπιλίν και άλλους [βλ. α. Π. Κουσαθανάς, «Πανάγος Αλ. Αξιώτης (1840-1918), ο πνευματικός πρόγονος των Αξιώτηδων» στα Παραμιλητά Δ΄, ό.π., ., και β. Σ. Ιλίνσκαγια, «Οι αισώπειοι μύθοι του Κριλώφ στα ελληνικά. Λογοτεχνικά συμφραζόμενα του 19ου αιώνα. Μετάφραση και αποδοχή» στα Ελληνορωσικά συναπαντήματα, Λογοτεχνία / Το δοκίμιο, Ελληνικά Γράμματα,  Αθήνα 2004]. Υπάρχουν πάντως μια μεγάλη διαφορά συναμεταξύ τους ως μεταφραστών: Η Μέλπω δεν ευτύχησε να φιλοτεχνεί τις μεταφράσεις της μόνο και μόνο για δική της ευχαρίστηση και ικανοποίηση σαν τον προύχοντα παππού της, στο όνομα της συζύγου του οποίου «ακούει»: Μέλπω, Μελπομένη, η Μούσα της τραγικής ποίησης! Ωστόσο, πρέπει για λόγους ακρίβειας και δικαιοσύνης να ειπωθεί ότι έχοντας αληθινή και μοναδική οικογένειά της τις Εκδόσεις Κέδρος και φύλακα-αγγελο τη Νανά Καλλιανέση, είχε συχνά την πολυτέλεια να επιλέγει η ίδια τους τίτλους που θα μετάφραζε. Αυτή που ως παιδάκι και κοπέλα, μέχρι τον πρόωρο και ξαφνικό θάνατο του πατέρα της στα 1924, που άλλαξε ολότελα τη ζωή της, μπορούσε να έχει ό,τι λιμπιζόταν η καρδιά της, και του πουλιού το γάλα!, δούλευε, προφανώς σε βάρος της δικής της πρωτότυπης δουλειάς, μεταφράζοντας για να βιοποριστεί στοιχειωδώς [βλ. παρακάτω απόσπασμα επιστολής της προς τη Νανά Καλλιανέση με ημερομηνία 26 Ιουνίου 1971].
Σ’ εκείνη βέβαια, όταν ήταν παιδάκι, αν κι είχε εν αφθονία τα πάντα, έλειπε, χωρίς κανείς να το καταλαβαίνει, ακριβώς αυτό «του πουλιού το γάλα», ό,τι φτωχό, ό,τι καταφρονεμένο είχαν τ’ άλλα παιδιά τριγύρα της αλλά ήταν απαγορευμένο στην ίδια να το δοκιμάσει: ο ευωδιαστός, θροφαντός κόρφος της μάννας, η ξυπολυσιά του καλοκαιριού για να νιώθουν οι πατούσες καυτό το χώμα, τα ξεφτυσμένα, τσίτινα, πολύχρωμα φουστανάκια των άλλων κοριτσιών φτειαγμένα από χιλιοφορεμένα ρετάλια για να μπει χρώμα στην αποστειρωμένη λευκότητα της ζωής της, το γαργάλισμα της μύξας στη μύτη, η ελευθερία της τσίμπλας στο μάτι, το βρεγμένο ξερογώνιδο με δυο σταγόνες λάδι και λίγο ντοματοζούμι ή λίγη ζάχαρη, η ακηδεμόνευτη, ανέμελη περιδιάβαση του μεσημεριού στις ρουβέρες για τσαλαβούτημα ή καβουρολό’ημα τις ώρες του μαρτύριου της υποχρεωτικής, οικογενειακής σιέστας: «Ό,τι δεν είχα, εκείνο πάντα ήθελα, κι αφού ό,τι ήθελα δεν είχα…Την εδικιά μου γνώμη ωστόσο δε φάνηκε ποτέ κανένας να την παίρνει στα σοβαρά…» [βλ. Μ. Αξιώτη, Δύσκολες νύχτες, ό.π., β., σσ. 27 & 29].
Η μετάφραση ήταν για τη Μέλπω μια «δουλειά» για να στηριχτεί οικονομικά, να προσποριστεί τα προς το ζην, όμως ό,τι μετάφρασε από τον Γκόρκι, τον Αζάγιεφ, τον Άντερσεν, τον Τσέχοφ, τον Ραντιγκέ, τον Ρουμαίν, τον Ιονέσκο κι άλλους λειτουργεί στα ελληνικά, λες και το μεταφραζόμενο έργο γράφτηκε κατ’ ευθείαν στη δική μας γλώσσα. Σ’ αυτό, εκτός των άλλων, βοηθούσε και το γεγονός ότι έχοντας τις Εκδόσεις Κέδρος αληθινή και μόνη οικογένειά της, είχε συχνά την πολυτέλεια να διαλέγει η ίδια τους τίτλους που θα μετάφραζε. Επί του προκειμένου, χαρακτηριστικά είναι όσα έγραψε κατά τις ημέρες του θανάτου της, εκεί στα ξεψυχίσματα της χούντας τον Μάη του 1973, και δημοσίευσε στο γενναίο περιοδικό Η Συνέχεια ένας άλλος συγγραφέας, εραστής του Λόγου της Μέλπως κι εξαιρετικός μεταφραστής ο ίδιος, ο Μένης Κουμανταρέας:
Φθινόπωρο του 1969: …Τα ελληνικά της είναι όχι μόνο άψογα, από τα καλύτερα ελληνικά που έχω διαβάσει, αλλά έχουν το βαθύ εκείνο ένστικτο και τη σοφία της λαϊκής γλώσσας στη μακρυγιαννική παράδοση, και στην καλύτερη σημασία του όρου…
Καλοκαίρι του 1972: …Είναι πιο αδυνατισμένη… Τα μάτια της πιο μπασμένα στις κόχες τους, με εξετάζουν λιγότερο προσεχτικά, λιγότερο περίεργα… Κάθε φορά τη βρίσκω πιο αδύνατη, μ’ ένα παλτό μακρύ, γκρίζο μολυβί, μια χλαίνη θα ’λεγε κανείς εκστρατείας. Στο μεταξύ, σαν ένα τελευταίο θαύμα που κάνει η ζωή, η Αξιώτη έχει γράψει ένα καινούργιο βιβλίο. Την Κάδμω… Από ’δώ κι εμπρός βάζει το μολύβι οριστικά κάτω… Κυκλοφορεί στο διάδρομο του βιβλιοπωλείου –λες, δεν έχει βάρος πια, άυλη έγινε– ψηλαφίζοντας παλιά βιβλία της…
            … Θέλω πολύ να της πω για την παλιά εκείνη μετάφρασή της στη Μάννα του Γκόρκι που μόλις τέλειωσα. Της λέω για την καταπληκτική δουλειά που έχει κάνει, το πώς το κείμενο λειτουργεί σαν να είναι γραμμένο απ’ ευθείας στα ελληνικά, κι η Αξιώτη με διακόπτει: «Αλήθεια; Αν δεν σου κάνει κόπο, φέρε μου αυτό το βιβλίο να το δω κι εγώ.» Γυρνώ, την κοιτάζω· μου ’ρχεται στο μυαλό μια φράση δική της: «Έχασες τα βιβλία σου, τα λησμόνησες κι αυτά. Έγινες ένα αρχαίο πιθάρι»… [βλ Η Κάδμω, ό.π., σελ. 63].
            Από ένα τηλεφώνημα στις 22 Μαΐου [του 1973], ένα ζεστό θερινό απόγευμα, μαθαίνω τον θάνατό της…» [βλ. περιοδ. Η Συνέχεια, τχ. 4, Ιούν. 1973, σσ. 166-167, αναδημοσ. Μ. Κουμανταρέας, Ο πλανόδιος σαλπιγκτής, Κέδρος 1989, σσ. 29-36].
            «Ο θάνατος δεν έχει πατρίδα πουθενά, ούτε και φάρμακο…», η ρήση είναι της Μέλπως, από το Κοντραμπάντο [βλ. Μ. Αξιώτη, α. Κοντραμπάντο, Δίφρος, Αθήνα 1959, ανάτυπο από το, περιοδ. Καινούρια Εποχή, Άνοιξη 1960, σελ. 7· β. Σύμπτωση – Κοντραμπάντο – Θαλασσινά, Κέδρος 1966, σελ. 19, και γ. «Κοντραμπάντο» στα Ποιήματα, φιλολ. επιμ. Μ. Μικέ, Κέδρος  2001, σελ. 25, στ. 84]. Με την  προσθήκη του «μάτια μου» θα ορκιζόμουν πως την άκουσε πάλι από καποια «θαλασσινή γερόντισσα»: «Ο θάνατος, μάτια μ’, πουθενά δεν έχει πατρίδα, ούτε και ρεμέντιο!…». Ο θάνατος ήλθε αναπότρεπτα και για τη Μέλπω, όπως έρχεται για όλους, αλλά στη δική της περίπτωση δεν έβαλε τελεία στη ζωή του έργου της, που ζωντανό και απαστράπτον συνεχίζει ν’ απασχολεί και να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον κάθε γρηγορούντος αναγνώστη και μελετητή της λογοτεχνίας μας ώς τα σήμερα. Μένουν κι άλλα ακόμη να ειπωθούν κι άλλα τόσα να γραφτούν για τον στιλβαδάμαντα που «χάραξε» και ταγιάρισε η πένα της, η μόνη της ζωής της καταφυγή, στέγη και Πατρίδα, περισσότερο και από το πολιτικό όραμά της με τις τρικλοποδιές, τους περιορισμούς και τις «νουθεσίες» του κόμματος και των «συντρόφων», προπαντός των «συντροφισσών» [βλ. Α. Ματθαίου & Π. Πολέμη, α. Διαδρομές της Μέλπως Αξιώτη 1947-1955, Μαρτυρίες και κείμενα από τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1999, και β. Από το βουνό στην υπερορία, Η εκδοτική περιπέτεια των Ελλήνων Κομμουνιστών 1947-1968, Βιβλιόραμα – Α.Σ.Κ.Ι., Αθήνα 2003]…
            Στις τραγικές επιστολές, που έστελνε από τη Μύκονο προς τη φίλη και προστάτισσά της Νανά Καλλιανέση, την ψυχή του Κέδρου, τα τρία τελευταία καλοκαίρια της ζωής της (1970-1972) υπάρχουν αναφορές της Μέλπως στο μεταφραστικό έργο της, αλλά και την Κάδμω που το γράψιμό της την παιδεύει. Κάποιες από τις επιστολές είναι αχρονολόγητες, αυτό δυσκολεύει την ταύτιση των μεταφράσεων για τις οποίες μιλεί, όμως από διάφορα στοιχεία και συσχετισμούς εικάζομε τελικά τη χρονολόγησή τους και μαντεύομε ότι αναφέρεται στις μεταφράσεις από τον Ιονέσκο και τον Τσέχοφ:

1970
5 Ιουνίου [1970;]
[…] Εδώ πρόλαβα μια Μύκονο απίστευτα γοητευτική, γιατί είναι ακόμα άδεια απ’ τους δαιμόνους του τουρισμού, δροσιά όση πρέπει. Βέβαια, δε θα αργήσει να πλακώσει η κοσμοπλημύρα, μα και πάλι καλή κι αυτή η ανάπαυλα.
Στρώθηκα κιόλα στη δουλειά, πρωί κι απόγευμα μερικές ώρες, το τραπεζάκι στο παράθυρό μου είναι ψηλά, αντίκρυ στη θάλασσα, πετούνε οι γλάροι τριγύρω και γυρίζουν οι αντένες των μύλων αντίκρυ μου – φέτος οι μύλοι διορθώθηκαν, κι από δύο γίνανε πέντε, όπως τον παλιό καιρό…»
27 Ιουνίου
[…] Τα πρωινά κάνω τη γραφική μου δουλειά, τη μεταφραστική βέβαια (γιατί για τίποτ’ άλλο δεν έχω περιθώρια)…, όλα τ’ άλλα τα ’χω φορτώσει στον πετεινό. Τέλειωσα τον Ιονέσκο (σχεδόν τον τελείωσα) –ίσως αρχίσω εκείνο το ιταλικό που είχα αγοράσει απ’ του Κάουφμαν– αν και είναι αρκετά μεγάλο…».
11 Ιουλίου
[…] Εδώ ο καιρός φέτος είναι άσχημος, τρομερός αέρας τις περισσότερες μέρες. Παρ’ όλα αυτά οι ξένοι γυρίζουν σχεδόν γυμνοί, εγώ κουκουλώνομαι όσο μπορώ!
            Τέλειωσα τον Ιονέσκο, νομίζω πως έγινε καλός. Τώρα θα κάμω τον πρόλογο για την “Αλληλογραφία”, γιατί είναι το πρώτο κείμενο που θα τυπωθεί…».

1971
11 Ιουνίου
[…] Παίρνω συνεχώς καταπραϋντικά (valium προπάντων), αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Προσπαθώ να γράφω τα πρωινά, για να τελειώσω εκείνο που είχα αρχίσει [μάλλον εννοεί την Κάδμω], αλλά κι αυτό δεν έχω την αναγκαία ηρεμία για να το κάμω –. Όλα τα βάσανα και οι ανωμαλίες της ζωής μου νομίζεις πως συγκεντρώθηκαν και ξαναζωντάνεψαν, για να μη μου αφήνουν στιγμή ηρεμίας. Αλλά ας τ’ αφήσομε αυτά, που δεν έχουν τέλος…».
26 Ιουνίου
[…] Όταν σκεφθεί κανείς πώς έζησα τα παιδικά και νεανικά χρόνια μου, μέσα σε τι συνθήκες αφθονίας και αγάπης οικογενειακής, τότε μόνο θα μπορέσει να έχει μια κάποια ιδέα της τωρινής κατάστασής μου. Να διακονεύω! Είχα τόσα σπίτια, στη Μύκωνο [sic] και στην Αθήνα, μα με τον πρόωρο θάνατο του πατέρα μου, μου τα πήραν όλα, και τώρα ήρθα εδώ, και παιδεύτηκα να βρω ένα καμαράκι για να κουρνιάσω [προσέξτε: να «κουρνιάσει», σαν το κυνηγημένο, λιτοδίαιτο πουλί]. Αν ήμουν ακόμα νέα, θα ήταν διαφορετικά, αλλά τώρα γερνώ, και συλλογίζομαι τι θα γίνω. Αν είχα το κουράγιο να βάλω τέρμα στη ζωή μου, θα ήταν μοναδική λύση. πάντως την έχω στο νου μου και με τριγυρίζει αδιάκοπα…
Σε παρακαλώ να κρατήσεις  το γράμμα μου αυτό, για ενθύμιον, και δικαιολογητικό, γιατί δεν ξέρει κανείς τι μπορεί να γίνει…
30 Ιουνίου
[…] Θα ήθελα να μου έστελνες κανένα βιβλίο για μετάφραση…».
Και σχεδόν αμέσως μετά, στην επόμενη επιστολή μετανιώνοντας και νιώθοντας τις δυνάμεις της να την εγκαταλείπουν:
5 Ιουλίου
[…] Πάντως να μη μου στείλεις βιβλίο για μετάφραση που σου ζητούσα, γιατί δε θα μπορέσω να το κάμω…
[βλ. Π. Κουσαθανάς, Γράμματα στη Μέλπω…, ό.π., σσ. 122 κ.ε.].

Οι αντίδρομες περιστάσεις έκαναν το έργο της Μέλπως μάλλον να ατυχήσει εκδοτικά: τα λεγόμενα Απαντά της, μια μάλλον βιαστική και πρόχειρη έκδοση, ποτέ δεν ολοκληρώθηκαν, το κύκνειο άσμα της, η τραγική Κάδμω, εξαντλημένη κι αυτή σαράντα χρόνια τώρα, περιμένει ακόμη να επανεκδοθεί, ανατυπώσεις των άλλων πεζογραφικών βιβλίων της δεν έχουν γίνει εδώ και πάνω από μια δεκαετία! Τα υπάρχοντα βρίθουν από τυπογραφικές αβλεψίες, αφού κάποια επανεκδόθηκαν όταν η ίδια είχε ήδη πεθάνει ή εκδόθηκαν όταν εξέτιε στις παγωμένες χώρες του Βορρά τη δεκαοχτάχρονη «αναγκαστική υπερορία» της. Χώρια που οι διορθωτές, οι επιμελητές των εκδόσεων και ο φίλος της Γιάννης Ρίτσος, που είχε πάρει «εργολαβία» τις εκδόσεις της όσο εκείνη έλειπε, αλλά και μετά, όλοι από άγνοια του γλωσσικού ιδιώματος της Μυκόνου έπαιρναν αυθαίρετα πρωτοβουλίες για παρανοημένες και παρερμηνευμένες «διορθώσεις». Αναμφισβήτητα, η πρόθεσή τους ήταν καλή, αλλά ήταν αδύνατο να γνωρίζουν σε βάθος τη σημασία, την ορθογραφία και τα κρυφά μυστικά των ιδιωματικών λέξεων, την εκφορά τους, το μη μου άπτου της φύσης τους, τη στοργή και το χάδι που απαιτούν αυτές για να ζήσουν, έστω κι αν τώρα ολοένα λιγοστεύουν τα χείλια που τις τραγουδούν, ώσπου κάποια στιγμή θα κείτονται αδειανά, άψυχα κελύφη τζιτζικιών μες στα δυο «χοντρά» μυκονιάτικα λεξικά μας. Ευτυχώς, δεν θα ζω να το δω κι αυτό… Τα λεξικά δεν βοηθούν άμα η λέξη δεν είναι ζωντανή, αν δεν έχει ζυμωθεί με το είναι σου, αν δεν είσαι ο ίδιος κάλφας δεν γίνεται να δουλέψεις σωστά τη βελόνα, να «χαράξεις» με την πένα σου. Ευτυχώς, η εντελώς προσωπική, η αενάως μοντέρνα και ιδιόρρυθμα γοητευτική ποίηση της Μέλπως, ξένη τότε, ξένη ακόμη και σήμερα στα ποιητικά δρώμενα της εποχής της και της εποχής μας, επανεκδόθηκε από τον Κέδρο σε μιαν κομψή συγκεντρωτική έκδοση το 2001 με φιλολογική επιμέλεια της Μαίρης Μικέ και με μια μικρή, μικρότατη, αλλά τιμητική για την αφεντιά μου, συμβολή σε ορισμένα από τα λήμματα στο Γλωσσάρι [βλ. Μ. Αξιώτη, Ποιήματα, ό.π.].
Ατυχώς για εμένα, με τα συγγραφικά μέτωπα που «ανεπαισθήτως», όπως θα ’λεγε κι ο Καβάφης, έχω ανοίξει και με τους εισέτι ανεξόφλητους συγγραφικούς λογαριασμούς μου προς τη Μύκονο, που πάλι δεν έχω καλοκαταλάβει πώς τους χρεώθηκα, αμφιβάλλω αν ποτέ μου δοθεί ο χρόνος και η χάρη ν’ ασχοληθώ, όπως θα ήθελα, με το μεταφραστικό έργο της Μέλπως σκαρώνοντας μιαν εμπεριστατωμένη συλλογή παρατηρήσεων και επισημάνσεων γι’ αυτό. Μένει να ελπίζω ότι κάποια στιγμή θα βρεθούν νεότεροι και πιο ειδικοί από εμένα, που θα μπορέσουν να αναδείξουν, όπως της αξίζει αυτή την εξίσου σημαντική πτυχή της δημιουργίας της, τις μεταφράσεις της, που αποτελούν επιτεύγματα πραγματικής δημιουργίας ή αναδημιουργίας.
Για να εξακριβώσετε με τα ίδια σας τ’ αφτιά αυτά που υποστηρίζω, είχα προγραμματίσει, προτού αρχίσω να μακρηγορώ, να σας διάβαζα ένα σύντομο δείγμα της μεταφραστικής δουλειάς της Μέλπως, αλλά, βλέπετε, εύκολα παρασύρεται κανείς, είναι δέλεαρ να μιλάς για τη Μέλπω, γιατί είναι παρηγοριά, δροσιά κι ελπίδα για την αποστεγνωμένη ψυχή μας και για τον τόπο μας, τον μικρό και τον μεγάλο, να μιλάς γι’ αυτό το σπουδαίο, πνευματικό κεφάλαιο. Επρόκειτο για το διήγημα του Τσέχοφ Ο Βάνκα από τον εξαντλημένο εδώ και δεκαετίες τόμο Η Κυρία με το σκυλάκι και άλλα διηγήματα – ιδού το αντίτυπο με την ιδιόχειρη αφιέρωση της Μέλπως προς τη Δημοτική Βιβλιοθήκη μας [Κέδρος 1963, σσ. 213-217]! Ακόμη, είχα κατά νουν να σας διαβάσω ένα από τα πιο πρόσφατα κείμενά μου γι’ αυτήν, που επιγράφεται «Το λίκνο της χρυσαλλίδας», εξομολόγηση αγάπης κι απολογισμός οφειλών, όχι μόνο δικών μου, που περιλαμβάνεται στο μόλις εκδοθέν βιβλιαράκι μου Αξιοσημείωτες συναντήσεις [Ίνδικτος 2011, σσ. 15-27· πρώτη δημοσίευση στο αφιέρωμα στη Μέλπω Αξιώτη του περιοδ. Κ, τχ. 16, Ιούν. 2008]. Ο λόγος βέβαια για τη Μέλπω δεν τελειώνει ποτέ. Υπόσχομαι ότι θα ξαναμιλήσομε κι άλλες φορές γι’ αυτήν στις χειμωνιάτικές αποσπερίδες πολιτισμού στη στέγη μας, στη «Στέγη Μελέτης».
ε΄
«Στο σπίτι μου ήρθα τώρα ταξιδιώτης ξένος στο καράβι μου…»
Η Μέλπω, μετά από συνεχή αγώνα και προσπάθειες από την ίδια κι ορισμένους φίλους και συγγενείς, ξαναγύρισε στην Ελλάδα και στη Μύκονο τον Δεκέμβρη του 1964. Οι τόποι, οι άνθρωποι που συνάντησε δεν ήταν πια οι ίδιοι, «ο συρμός έκλινε στην αμνησία», όπως έγραφε το 1959 στο Κοντραμπάντο, αυτό το πρελούδιο του πικρού νόστου, οσμιζόμενη την κατάσταση από μακριά [βλ. ό.π., α. σσ. 5-6 & 14· β. σσ. 17-18 & 27, και γ. σσ. 22-24 & 39-40, στ. 20-26, 52-55 & 341-353]:
[…] Και τώρα ξέρετε βιάζομαι.
Είναι πολλή η δουλειά, λέτε να προλάβω;
έχω να συναντήσω κάποιονε που με γέννησε απάνω
σ’ έναν κάβο με τ’ όνομα η Ελλάς·
ω, δεν είναι της μόδας το παρελθόν – έτσι μου λένε,
στα ρούχα μεταποιήθηκαν τα πέτα και οι κονκάρδες,
ο συρμός μάλλον φέτος κλίνει στην αμνησία…
Σου φέρνω τον εαυτό μου
τώρα
ξένον ταξιδιώτη
μέσα στο καράβι μου…
Εδώ στάθηκα τώρα
με το παλιό ραβδί μου,
συχνά ένας γέρος άνθρωπος
ξεχνά τις ημερομηνίες
για να θυμάται πιο καλά τα πράγματα,              
στο σπίτι μου ήρθα τώρα
ταξιδιώτης ξένος στο καράβι μου,
δεν έβγαλα φορτωτική,
δεν έχω εντάξει τα χαρτιά,
άνοιξε νύχτα το φεγγίτη,
εσύ κυρά μου που είσαι γενναία,
πατρίδα σ’ ονομάζουνε, για να μου το κρύψεις
το κοντραμπάντο μου.
Είναι γητειά, συνταραγμός εκ θεμελίων κάθε φορά που διαβάζεις τα αξετίμητα λόγια της Μέλπως ή ρουφάς τη μυρωδιά της στα βιβλία που άγγιξαν τα χέρια της χαράζοντας πάνω τους το όνομά της με τη χαρακτηριστική μονοκοντυλιά της γραφής της – με μονοκοντυλιά έγραφε, με μονοκοντυλιά υπέγραφε…
Τελειώνοντας, θέλω να ζητήσω από τις ευγενικές προσκεκλημένες μας, αλλά κι από όλους εσάς, να με συμπαθάτε για τη συναισθηματικά φορτισμένη αποψινή προσέγγισή μου και για το αλε’οπουλάρισμά μου, και να σας εμπιστευτώ ότι από τότε που «συνάντησα» τη Μέλπω μες στα βιβλία της, κοντά μισόν αιώνα τώρα, παλεύω να ξορκίσω το άγος του τόπου μας, που ’ναι και δικό μου άγος, να την κάνω να γυρίσει το πικρό, το άγριο μινόρε της προδοσίας και της μοναξιάς σε χαρμόσυνο τραγούδι Αγκάλης. Θέλω να πω, παλεύω να την πείσω ν’ αλλάξει εκείνο το πικρό λειανοτράγουδο του ξενιτεμού και της ορφάνιας, που υπάρχει στο τέλος του βιβλίου της Το Σπίτι μου, το οποίο γράφτηκε τον καιρό της κορύφωσης της αλληλογραφίας της με τον αδελφό της Πανάγο [1959-1964, βλ. Π. Κουσαθανάς, Γράμματα στη Μέλπω…, ό.π.]. Είναι ένα βιβλίο που το κυοφόρησε η αβάσταχτη νοσταλγία, βιβλίο που ξεπερνά την ίδια την Ιστορία αποτελώντας την περιεκτικότερη «Ιστορία» του νησιού μας [βλ. Μ. Αξιώτη, Το Σπίτι μου, α΄ έκδ., Θεμέλιο 1965, σελ. 164]:

 Αλί, καημένη Μύκονο, τα τέκνα σου ’ξορίζεις,
 τον ξένο κάνεις εδικό κι εμέ δε με γνωρίζεις.

Από τον Πατριωτισμό –μια λέξη που πολύ την αγαπούσε η Μέλπω–, τη Δικαιοσύνη –μια λέξη που πολύ την αγαπούσε ο Σεφέρης–, την εξυπνάδα, την ευαισθησία και το πατροπαράδοτο αίσθημα της φιλοξενίας εμάς των συμπατριωτών της, που αγκαλιάσαμε κι αγκαλιάζομε όλες τις φυλές της γης πάνω στο  «αιγιαλίτικο βραχόνησό» μας, εξαρτιέται να μη λησμονηθεί, να τιμηθεί ακόμη περισσότερο στην ιδιαίτερη πατρίδα της, το σπουδαίο αυτό κεφάλαιο του Ελληνικού Πολιτισμού, που λέγεται Μέλπω Αξιώτη. Η ίδια δεν ζήτησε από το νησί τίποτε περισσότερο παρά μια γωνιά να «κουρνιάσει», και ποτέ, μα ποτέ, ούτε στα δίσεχτα για εκείνη χρόνια, μας απαρνήθηκε, αντιθέτως μας τίμησε μ’ ένα όσο λίγα λαμπρό συγγραφικό έργο, όπου ο τόπος της, ο τόπος μου, ο τόπος μας και οι άνθρωποί του πρωταγωνιστούν και πάλλονται ολοζώντανοι. Μνημονεύετε και διαβάζετε, λοιπόν, Μέλπω Αξιώτη, διότι πέραν της ευφρόσυνης λογοτεχνικής αγαλλίασης, θα ξαναγευτείτε ό,τι λαμπρό, σπουδαίο και ευωδιαστό είναι καταχωνιασμένο εκεί όπου έχει κατά τη Μέλπω τώρα πια «τρυπώσει η ψυχή» του τόπου, αυτή που ένας άλλος ποιητής τη λέει «φωνή πατρίδας» [βλ. Γ. Σεφέρης, «Λεπτομέρειες στην Κύπρο», Ημερολόγιο Καταστρώματος, Γ΄, στ. 21-23, στα Ποιήματα, Όγδοη έκδοση, Ίκαρος, Αθήνα 1972, σελ. 236]…
Είναι ελπιδοφόρο, που επιτέλους τα τελευταία χρόνια, θαρρώ πως αρχίζω να θολοξεκρίνω τη φωνή της Μέλπως, επιφυλακτική ακόμη –είναι αλήθεια–, κομπιάζοντας κομμάτι σαν παιδάκι που ντρέπεται και κοκκινίζει, να σιγοτραγουδεί πασχίζοντας να στρέψει τον παραπονεμένο σκοπό εκείνου του πικρού λειανοτράγουδου. Μακάρι το διήμερο τούτο αφιέρωμα να γίνει ένα ακόμη βήμα γνωριμίας και συμφιλίωσης ώστε ο θλιμμένος σκοπός να ξορκιστεί και να γυρίσει σε ξέφρενο μπαλλαριστό του πανηγυριού:
  Γειά σου, χαρά σου, Μύκονο, τα τέκνα σου απαγκειάζεις,
  στον ξένο δίνεις μια σκεπή κι εμέ σφιχταγκαλιάζεις…

   Χαίρου, λεβέντρα Μύκονο…, κ.λπ. κ.λπ.]
 (19 Ιουνίου - 17 Ιουλίου 2011)
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Το παραπάνω κείμενο αναγνώστηκε στη διημερίδα-αφιέρωμα για τη Μέλπω Αξιώτη (17-18 Σεπτ. 2011), που διοργάνωσε η ιδιαίτερη πατρίδα της Μύκονος διά της Βιβλιοθήκης Παναγιώτη Κουσαθανά – Δημοτικής Στέγης Μελέτης Πολιτισμού & Παράδοσης, για να τιμήσει τη μνήμη και το έργο της σπουδαίας δημιουργού, αλλά και για να τιμηθεί έτσι αμοιβαία και ο πολύπαθος τόπος. Οι εκδηλώσεις της διημερίδας έγιναν υπό τη σκέπη της ζεστής φιλοξενίας του Γρυπάρειου Πολιτιστικού Κέντρου του νησιού. Την πρώτη ημέρα συμμετείχαν με ενδιαφέρουσες εισηγήσεις και διαλέξεις οι πανεπιστημιακές καθηγήτριες κ. Μαρία Κακαβούλια («Η Κάδμω: λόγος και μνήμη σε δεύτερο πρόσωπο») και κ. Μαίρη Μικέ («Ποιητική και πολιτική μοναξιά»), καθώς και η αφεντιά μου με το παραπάνω κείμενο. Δυστυχώς, οικογενειακές συγκυρίες δεν επέτρεψαν στην έτερη εκ των τριών πανεπιστημιακών, την κ. Τιτίκα Δημητρούλια («Μια γλώσσα-πατρίδα: το γαλλικό μυθιστόρημα République Bastille  της Μέλπως Αξιώτη») να παρευρεθεί και να μιλήσει, όπως είχε αρχικά προγραμματιστεί. Προβλήθηκε επίσης το ντοκιμαντέρ του σκηνοθέτη Τάσου Ψαρρά Μέλπω Αξιώτη από τη σειρά της ΕΡΤ «Εποχές και Συγγραφείς» (2003). Τη δεύτερη ημέρα της διημερίδας οι συμπατριώτες της Μέλπως είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσομε την εξαιρετική θεατρική παράσταση του Φεστιβάλ Αθηνών Μέλπω Αξιώτη - Η μεταμόρφωση της χρυσαλλίδας σε σκηνοθεσία Νίκου Χατζόπουλου και ερμηνεία της Σοφίας Σεϊρλή από τη σειρά «Θέατρο σε Α΄ Ενικό», που είχε παρουσιαστεί προηγουμένως στην Αθήνα από τις 3-5 Ιουλίου 2011 στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών, αλλά και αλλού. Καθοριστική και άξια συγχαρητηρίων στη διοργάνωση και πετυχημένη πραγματοποίηση αυτής της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας διημερίδας, τόσο χρήσιμης στους σκοτεινούς καιρούς που περνά ο ταπεινωμένος τόπος, τόσο αναγκαίας στην ιδιαίτερη πατρίδα της Μέλπως, για να εξοικειωθούν οι συμπατριώτες της με το έργο της, ήταν η οικονομική στήριξη των χορηγών που αναφέρονται στο προλόγισμα, αλλά και η συμβολή παλιών αγαπητών μαθητών και μαθητριών μου, που τύχη αγαθή τους έχει τοποθετήσει σε νευραλγικά πολιτισμικά πόστα: του Προέδρου της Κ.Δ.Ε.Π.Π.Α. Μυκόνου κ. Μίλτου Ατζαμόγλου και της Διευθύντριάς της κ. Κατερίνας Ζουγανέλη-Νάζου. Είναι παρήγορο κι ελπιδοφόρο για έναν τόπο να μη λησμονεί τα άξια τέκνα του, όσα με τη ζωή και το έργο τους τον έχουν τιμήσει. Τιμώντας τα, τιμά τον ίδιο του τον εαυτό – δεν θα βαρεθώ να το λέω.
ΓΛΩΣΣΑΡΙ
αλε’οπουλαρίζω, 1. τρέχω αχαλίνωτος σαν πουλάρι αλόγου εδώ κι εκεί, τρέχω ελεύθερα όπου
θέλω ή όπου τύχει· 2. βγαίνω έξω και περιπλανιέμαι ασκόπως ή με απώτερο σκοπό την ανεύρεση ερωτικής συντροφιάς· (ουσ.) αλε’οπουλάρισμα, το.
άφτρα, η, φιτίλι, μαυρισμένη από τη φωτιά άκρη φιτιλιού.
γλυστήρι, το κλύσμα.
εδικός, -ιά, -ό, δικός, -ή, -ό.
’ζοβαέρι, το, τζοβαέρι, πολύτιμο κόσμημα.
καβουρολό’ημα, το, ψάρεμα καβουριών.
καλιτά, η, τάξη, κοινωνική σειρά και ιεραρχία.
καμώνομαι, ωριμάζω.
καντενάσο(ς), το (ο), σύρτης πόρτας.
λιάστρα, η, «στρώμα» από ξερό ξερονόμι ( = ξερό χόρτο), όπου τοποθετούνται τα σύκα στον
ήλιο για να ξεραθούν.
λύχνος, ο, φωτιστικό από πηλό, μέταλλο ή μέταλλο που χρησιμοποιεί ως καύσιμο το λάδι.
μάσκουλο, το, στρόφιγγα πόρτας ή παράθυρου.
μπαλαριστός, ο, είδος γρήγορου και χαρούμενου χορού που μοιάζει με τον κρητικό πεντοζάλη
και τον ναξιώτικο πηδηχτό· κατά μια θεωρία αποτελεί την εξέλιξη του αρχαίου γέρανου, που χόρεψε ο Θησέας και οι σύντροφοί του γύρω από τον βωμό του Απόλλωνα στη Δήλο κατά τη νικηφόρα επιστροφή του από την Κρήτη.
μπετούγια, η, κλείθρο πόρτας.
ντοματοζούμι, το, πελτές τομάτας.
ξερογώνιδο, το, ξερή γωνιά ψωμιού.
παιζογλαντίζω, 1. χωρατεύομαι, αστειεύομαι, «παίζω» μισοαστεία-μισοσοβαρά· 2.
ερωτοτροπώ.
ποδαρώνω, μεγαλώνω κάπως ηλικιακά, στήνομαι στα πόδια μου.
ρεμέντιο, το, φάρμακο γαι θεραπεία.
ρουβέρα, η, παράκτιος, συν. επίπεδος βράχος κατάλληλος για ξεμπαρκάρισμα ή ψάρεμα από τη στεριά.
σαμιαμίθι, το, σαμιαμίδι, μικρό, νυχτόβιο και ακίνδυνο ερπετό, που τρέφται με έντομα.
σερπετό, το, ερπετό.
σκαρώνω, 1. (μτβ. & αμτβ., για πλοία) προσαράζω· (πβ. ήτανε θεοσκότεινε και το καΐκι πή’ε και
(το) σκάρωσε πάνω σε μια ξέρα)· 2. μηχανεύομαι, κατασκευάζω γρήγορα, φτειάχνω συν. κάτι αναπάντεχο ή πονηρό· (πβ. δε φτάνει ό,τι έχεις σκαρωμένο ώς τώρα; τι πας να σκαρώσεις πάλι;).
στρέφω, (μτβ. & αμτβ.) γυρίζω, αλλάζω, αλλάζω κατεύθυνση.
χαμόπυρο, το, καύσωνας που αναδύεται από τη φλογισμένη εξαιτίας του καλοκαιρινού ήλιου
γη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

. end-tag