Πέμπτη, 12 Μαΐου 2011

ΤΟ ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΣΤΙΣ "ΛΟΞΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΝ ΜΕ ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΟ" ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΟΥΣΑΘΑΝΑ



Α.
Λίγα λόγια για το βιβλίο
από το πρόγραμμα της εκδήλωσης της απονομής του βραβείου
στις 9 Μαϊου 2011 (Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών, Ίδρυμα Αλέξανδρος Ωνάσης)

Ο Χρόνος-Μόρος που ηγεμονεύει  στους ανθρώπους, ο Έρως ως κινητήρια δύναμη των πάντων, τα ατελείωτα «πάθια κι οι καημοί του κόσμου», τα απαντημένα και τα αναπάντητα ερωτηματικά μας, τα όνειρα του ύπνου και του ξύπνου μας, η κάπηλη εμπορευματοποίηση και ο ευτελισμός της «τρυπωμένης ψυχής» (genius loci) τόπων και τοπίων, καθώς και η συνακόλουθη οδύνη που μόνο το βάλσαμο της μνήμης και της νοσταλγίας την καταπραΰνει, είναι μερικά από τα θέματα του βιβλίου του Παναγιώτη Κουσαθανά.
            «Μυθ-ιστορίες» αποκαλεί ο συγγραφέας τα είκοσι ένα διηγήματα, προφανώς για να ορίσει το υλικό από το οποίο είναι φτειαγμενα. Με μια σχεδόν γυμνή, αλλά προσεγμένη μέχρι και την τελευταία λεπτομέρειά της αφήγηση, η διεισδυτική και ελαφρώς ειρωνική ματιά του Π.Κ. διαπερνά τα εξωτερικά συμβάντα και τις συμπεριφορές και εστιάζει στον «μέσα» άνθρωπο προσεγγίζοντας με κατανόηση, καλοσύνη, αλλά και ανατρεπτική διάθεση τα «ατοπήματά» του. Η λιτή γλώσσα, που κατά την προσφιλή έκφραση του συγγραφέα-κάλφα (homo faber) «ματσακονίζεται» για να απαλλαγεί από τις οξιδώσεις και να λάμψει, θέλγει με την αμεσότητα, τη διαυγή ευ-ηχία της, αλλά και τις απροσδόκητες δια-φωνίες της. Κερδίζει τον αναγνώστη άλλοτε με τη σοβαρότητά της, άλλοτε «παιζογλαντίζοντας» ( = αστεϊζόμενη και ερωτοτροπώντας) με τη νησιώτικη θυμοσοφία και τον κοινό λόγο. Το αποτέλεσμα είναι μια εντυπωσιακή νοηματική συμπύκνωση, που επιτείνεται χάρη στη χρήση αφομοιωμένων ιδιωματικών λέξεων από τον γενέθλιο τόπο, όχι με την πρόθεση να προστεθεί άρωμα εξωτισμού στο βιβλίο, αλλά για να αναδοθεί η ευωδία της λησμονημένης, πλην όμως αναγνωρίσιμης και πάντοτε ζωοποιού, Παράδοσης που αποκαθαίρει, μπολιάζει και ανανεώνει τις λησμονημένες από την αχρησία δυνάμεις του Λόγου. Επιπλέον, η μετρημένη χρήση των σημείων στίξης, ο ανορθόδοξος αποκλεισμός κάποιων από αυτά και η μακροπερίοδη σύνταξη στις Λοξές ιστορίες αντί να δυσκολεύουν τον αναγνώστη της βιαστικής εποχής μας, τον καλούν να σκύψει προσεκτικότερος στις σελίδες, τις αράδες και τις λέξεις, όπως θα έκανε για ένα ποίημα, και σύντομα τον πείθουν ότι η εκ βαθέων ευχή του μουσουργού Tōru Takemitsu, που χρησιμοποιείται ως επιγραφή στις πρώτες σελίδες, ισχύει στο ακέραιο και για τον συγγραφέα: «Αυτό που θέλω να κάνω δεν είναι να κατευθύνω τους ήχους προς ένα στόχο. Θα προτιμούσα καλύτερα, εάν είναι δυνατόν, να τους λευτερώσω κι όχι να τους διαφεντέψω…, να τους μαζέψω τριγύρω μου κι ύστερα απαλά απαλά να τους βάλω σε κίνηση».
Ο «γνήσια κοσμοπολίτης», όπως τον χαρακτήρισε η κριτική, συγγραφέας των Λοξών ιστοριών βάζει απαλά απαλά τις λέξεις του σε κίνηση, διότι τις αγγίζει «όπως ξεκουκκίζουν οι ιερωμένοι το κομποσκοίνι της προσευχής οι λαϊκοί τις χάντρες στο κομπολόι και οι εραστές τούς αποχαιρετισμούς στο σκοτάδι της νύχτας στα σκοτάδια της ψυχής όπου όλα φωτίζονται και σιγουρεύουν».


Β.
Εισηγητική έκθεση
από την Κατερίνα Σχινά, Μέλος της Κριτικής Επιτροπής
απονομής των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας

Οι Λοξές ιστορίες που τελειώνουν με ερωτηματικό του Παναγιώτη Κουσαθανά, «μυθιστορίες για τα ολέθρια επακόλουθα του Χρόνου» όπως τις ονομάζει ο συγγραφέας είναι ιστορίες ανοιχτές, μετέωρες ανάμεσα σ’ ένα παρελθόν που επανέρχεται ως υπόμνηση αυθεντικότητας και ένα παρόν που δοξολογεί την υπερφίαλη κουφότητα. Είναι ιστορίες έκκεντρες, που ισορροπούν στο μεταίχμιο ειρωνείας και μελαγχολίας, ιστορίες που παρακολουθούν τις ολέθριες επιπτώσεις του δρεπανηφόρου χρόνου σχολιάζοντάς τες με τρυφερή συγκατάβαση, ιστορίες που μιλούν για την κινητήρια δύναμη του έρωτα αλλά και για την αλλοτρίωση, τη φθορά, την αποξένωση και τη νεοελληνική βαρβαρότητα, σκώπτοντας τη ρηχότητα του λάιφ στάιλ ή τη γελοιότητα του νεοπλουτισμού και «χολομανώντας»  με την κακοποίηση της ομορφιάς και τον ευτελισμό των ψυχών και των σωμάτων. Μυκονιάτης, χαλκέντερος ερευνητής της τοπικής παράδοσης, ήδη βραβευμένος το 2002 με κρατικό βραβείο Μαρτυρίας-Χρονικού για το βιβλίο του Παραμιλητά Α΄ και Β΄, Κείμενα για τον πολιτισμό και την ιστορία της Μυκόνου, μάστορας της γλώσσας και παρατηρητής της ανθρώπινης ψυχής, ο συγγραφέας αντλεί με πάθος από το κεφάλαιο του πραγματικού για να στοχαστεί πάνω στον τόπο και τους ανθρώπους, να διεισδύσει στα πάθη τους, να κατανοήσει την λοξότητά τους, να οικειωθεί και να οικειώσει τον αναγνώστη με το παράλογο της ύπαρξης. Όμως, παρ’ ότι αγκιστρωμένος στο πραγματικό, ο Παναγιώτης Κουσαθανάς το ανασκηνοθετεί για να φανεί αυτό που πραγματικά είναι: μια διαδοχή υπαινιγμός, ένας παράξενος, όχι όμως και ανεξιχνίαστος, χορός των σημασιών. Κι έτσι, βλέποντας και γράφοντας υπό γωνίαν,  αποδίδει στα πράγματα τις αδιάγνωστες διαστάσεις τους.

Φυσικά ένα τέτοιο λοξό συγγραφικό βλέμμα δεν θα μπορούσε να βολευτεί σ’ ένα ιδίωμα συμβατικό, κι έτσι ο Παναγιώτης Κουσαθανάς σμιλεύει ένα ολότελα προσωπικό και ιδιότυπο ύφος: επιστρατεύει μια γλώσσα λιτή, άμεση, εύηχη, διαυγή, νοηματικά πυκνή∙ παίζει τολμηρά με τη στίξη, επιφυλάσσοντας ιδιαίτερη μεταχείριση στο ερωτηματικό ή αρνούμενος την συνεπικουρία των κομμάτων, όταν η γραφή αναλαμβάνει να αποτυπώσει πλήρως το ψυχικό ανάπτυγμα· αντλεί απροκατάληπτα από το πλούσιο κοίτασμα της γλώσσας, όχι μόνο επιστρατεύοντας ιδιωματικά στοιχεία της μυκονιάτικης ντοπιολαλιάς, αλλά ανακαλώντας τους λατίνους, τη βενετσιάνικη παράδοση, την εγχώρια λογιοσύνη· ταυτόχρονα,  αναγνωρίζοντας τις οφειλές του σε Έλληνες συγγραφείς όπως η πατριώτισσά του Μέλπω Αξιώτη, ο Σεφέρης, ο Γονατάς, ο Εγγονόπουλος, αλλά και σε ξένους όπως ο Άντον Τσέχωφ,  ο Φερνάντο Πεσόα, ο Ιμρε Κέρτες, ο Γουίλιαμ Φώκνερ, συνομιλεί γόνιμα μαζί τους. Με τις «Λοξές Ιστορίες» του, ο Παναγιώτης Κουσαθανάς δίνει στο τοπικό το εύρος του οικουμενικού και εντάσσεται αβίαστα στη μεγάλη παράδοση των συγγραφέων που επανεπενδύουν ψυχικά τα μνημονικά ίχνη και τα μετουσιώνουν σε σημαντική λογοτεχνική δημιουργία.


Γ.
Λογύδριο του συγγραφέα
Παναγιώτη Κουσαθανά κατά την απονομή του βραβείου

Ευχαριστώ την Κριτική Επιτροπή και τη Διεύθυνση Γραμμάτων για τη βράβευση του βιβλίου μου, τον εκδότη μου φίλο κ. Μανώλη Βελιτζανίδη της «Ινδίκτου», τη φιλόξενη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, κι όλους εσάς.
Μια γλυκύπικρη διαπίστωση με αφορμή το βραβείο: Σε βιαστικούς καιρούς προχειρότητας, η κοπιώδης χειρωναξία, το ματσακόνισμα του εργάτη της γραφής δεν μετρούν, γι’ αυτό η διάκριση αυτή ήταν για μένα αναπάντεχη πηγή ενδυνάμωσης και χαράς, ωστόσο το έργο καθαυτό δεν παύει να είναι απροστάτευτο ενώπιον των βραβείων· οι άνθρωποι, θαμπωμένοι από τα τέτοια, εύκολα χάνομε την ουσία του πράγματος και το μέτρο στον έπαινο και στον ψόγο.
Το χρηματικό έπαθλο του βραβείου θα διατεθεί για τις ανάγκες της Κοινωφελούς «Στέγης Μελέτης Πολιτισμού & Παράδοσης», που λειτουργεί εδώ και μια τετραετία στο νησί. Αφιερώνω το βραβείο στον γενέθλιο τόπο, που μου χάρισε «του Απόλλωνος τα χρυσά δώρα» κι ό,τι εύμορφο στη ζωή, τον ίδιο τόπο όπου η α-κοσμία της υπερβολής και ο ψευδεπίγραφος «κοσμοπολιτισμός» του καλοκαιρινού πλήθους μοιράζουν τον αγριότερο απομονωτισμό. Τα εφευρήματα, με τα οποία παλεύονται τα τελευταία, επινοούνται από μιαν αμοιβαία αγάπη χάρη στα ψιχία μιας ψυχομαχούσας αρχαίας ευμένειας. Είχε δίκιο ο ποιητής: «Να νοσταλγείς τον τόπο σου, ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό…». Ωστόσο, επειδή το ολίγιστο δεν είναι, ευτυχώς, το ίδιο με το τίποτα, τα ρετάλια αυτής ακριβώς της ευμένειας ενσταλάζουν ακόμη δρόσο ψυχής.
Η Μύκονος ευτυχεί απόψε, όπως ταιριάζει σε μιαν από φυσικού της παλαιόθεν αρχόντισσα, να ακουστεί για κάτι άλλο πέραν του τιποτένιου, του απελπιστικά εφήμερου, όπου μονόμπαντα έχομε εθιστεί. Μακάρι, η ευτυχής συγκυρία αυτής της απονομής να κάνει την «τρυπωμένη ψυχή του νησιού», όπως λέει η σπουδαία πατριώτισσά μου Μέλπω Αξιώτη, να ξεμυτίσει θαρραλέα και να συναντήσει περισσότερη στοργή και προστασία, τιμιότητα και σεβασμό, ευθύνη και ποιότητα. Να κάνει όσους νοιαζόμαστε γι’ αυτόν τον τόπο, τώρα που είναι πιο ανοχύρωτος από τότε που έκαναν τα ρεσάλτα τους οι πειρατές, να νιώσομε, έστω κι επ’ ολίγον, ότι τέτοιες και αξιότερες είναι οι διακρίσεις κι ανάλογες οι αρετές που του αρμόζουν – και μας αρμόζουν. Τέλος, ιδιαίτερες ευχαριστίες στην κ. Κατερίνα Σχινά, που διάβασε απόψε την εισηγητική έκθεση της κριτικής επιτροπής για το βιβλίο μου. Ένιωσα ξεχωριστή ικανοποίηση ακούγοντας επιτέλους για τη δουλειά μου όσα επί χρόνια περίμενα να επισημάνουν οι κριτικοί των βιβλίων μου. Και πάλι σας ευχαριστώ.

. end-tag