Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Πρωτοχρονιάτικος μποναμάς στον κ. Δήμαρχο και στη νέα δημοτική συμπολίτευση και αντιπολίτευση


Χτες, 16 Δεκεμβρίου του 2010, παραβρέθηκα για πρώτη φορά την ορκωμοσία της νέας αυτοδιοικητικής αρχής που προέκυψε από τις εκλογές της 7ης Νοεμβρίου και που θα κυβερνήσει το νησί για τα επόμενα τριάμισι χρόνια. Ο λόγος της παρουσίας μου ήταν να παραδώσω στον κ. Δήμαρχο και στους κ. δημοτικούς συμβούλους της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης τον δικό μου... πρωτοχρονιάτικο μποναμά, που δεν ήταν άλλος από την "επεισοδιακή" ομιλία μου στο Πολιτιστικό Κέντρο Ζερβουδάκη στις 11 Σεπτεμβρίου με την ευκαιρία της παρουσίασης του νέου βιβλίου μου (Έκδοση της Κ.Δ.Ε.Π.Α.Μ.). Τότε, αρκετοί από τους παρευρισκόμενους υποψήφιους, με πρώτο τον κ. Δήμαρχο, μου είχαν ζητήσει εκείνον τον μακρύ κατάλογο απαρίθμησης κάποιων από τα συσσωρευμένα σε διάστημα δεκαετιών δεινών του τόπου, ώστε προκρινόμενοι με το καλό κατά τις εκλογές από τον λαό του νησιού να τον έχουν "πρόχειρο προς υπόμνηση ανά πάσα στιγμή και να διορθώσουν τα κακώς κείμενα του τόπου" (μεταφέρω τα λόγια τους). Αρνήθηκα τότε φοβούμενος, όχι χωρίς αιτία, ότι ο "κατάλογος" αυτός θα γινόταν προεκλογικά μοχλός κομματικής (δυστυχώς, όχι πολιτικής) εκμετάλλευσης. Υποσχέθηκα όμως, ότι εν ευθέτω χρόνω θα έφτανε και γραπτώς στα χέρια τους σε καταλληλότερη στιγμή. Ιδού, λοιπόν, εχθές ο "εύθετος χρόνος" και η "καταλληλότερη στιγμή"! Ετοίμασα τους φακέλους μου, τους σφράγισα και τους μοίρασα στον Δήμαρχο κ. Αθανάσιο Κουσαθανά-Μέγα, στη συμπολίτευση και την αντιπολίτευση μαζί με τις ολόθερμες ευχές μου: "Να είναι ευλογημένη και καρποφόρα η θητεία σας σαν τη σημερινή βροχή, που στέλνει ο ουρανός στο διψασμένο νησί μας!"
       Τώρα δεν μένει παρά να ελπίζω να... μη μείνουν σφραγισμένοι οι φάκελοι και πράγματι να λυθούν τα αδήριτα πλέον προβλήματα του τόπου ή τουλάχιστον να γίνει προσπάθεια από τη νέα αυτοδιοικητική αρχή για να βρεθούν λύσεις, να γίνει νοικοκύρεμα και συμμάζεμα, να επουλωθούν οι χαίνουσες πληγές του τόπου και να φανεί τώρα πλέον ποιος θέλει, ποιος μπορεί, ποιος θα τολμήσει... Δεν είμαι αισιόδοξος για το μέλλον της Μύκονος, του τόπου όπου μου έλαχε να γεννηθώ. Φοβάμαι ότι θα φύγω πικραμένος και βαρυφορτωμένος με όσα βλέπω και με όσα μου μέλλεται να δω. Όμως, όμως καμμιά φορά γίνονται στη ζωή και θαύματα. Ας ελπίσομε ότι το νησί μας θα ξαναγίνει ο τόπος όπου "ακόμη λειτουργεί το θαύμα" κατά τη ρήση εκείνου του ποιητή, που γύρευε να στεριώσει, πρόσφυγας κι αυτός, σ' έναν τόπο σαν κι εκείνον που θυμόταν ότι ήταν κάποτε ο δικός του...

Καλές Γιορτές σε όλους. Υγεία, Ειρήνη και Προκοπή για το Νέον Έτος 2011.

πκ

***

 
Παναγιώτης Κουσαθανάς

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΗ ΜΥΚΟΝΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ Π. ΚΟΥΣΑΘΑΝΑ
ΜΥΖΗΘΡΑ, ΖΥΜΗΘΡΑ (Ένα αληθινό παραμύθι), Ζωγραφική: Φωτεινή Στεφανίδη, Κ.Δ.Ε.Π.Α.Μυκόνου & Εκδόσεις Στεφανίδη, Αθήνα 2010 (σσ. 126, Τιμή 15,00 €)
ΜΑΖΙ ΜΕ ΜΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΚΡΟΘΙΓΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΚΑΠΟΙΩΝ
ΑΠΟ ΤΑ ΔΕΙΝΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ


Οφείλετε μείζονα υπόληψιν εις την αντίληψιν
των δημοτών της νήσου μας και μείζονα σεβασμόν εις την τιμήν των
ΘΕΟΔΩΡΟΣ Π. ΓΡΥΠΑΡΗΣ (Δήμαρχος Μυκόνου
προς τον τέως Δήμαρχο Μιχαήλ Λορ. Καμπάνη, 1905)
……………………
Για τη Λαγκάδα, που την έβαλα να πρωταγωνιστεί σ’ αυτό το βιβλιαράκι μου, ήλπιζα μετά από τέσσερεις εν ζωή μετακομίσεις για την ίδια πάντα αιτία ότι ο… Αϊ-Λούκας θα ήταν η επόμενη και τελευταία μου μετακόμιση, αλλά τα τέρατα και τα σημεία πληθαίνουν οσημέραι και στη Λαγκάδα ακυρώνοντας κάθε τέτοια ελπίδα: Τα τελευταία καλοκαίρια, πέραν από κάθε νομιμότητα –αναρωτιέμαι πού είναι πια η νομιμότητα σ’ αυτόν τον τόπο;–, πέραν από κάθε στοιχειώδη σεβασμό προς τους γείτονες  και  χάριν της άγρας ενός άπληστου κέρδους, όλο και συχνότερα σείεται κι η Λαγκάδα ολημερίς κι ολονυχτίς από τον πιο βάρβαρο και χυδαίο ήχο αυτού που καταχρηστικά κάποιοι ονομάζουν μουσική. Ο θεός να την κάμει! Το μπαρ ενός εκ των δύο ξενοδοχείων κοντά στο περιώνυμο άγαλμα επί της στροφής της περιφερειακής λεωφόρου στη Βρύση, του νοτιότερου, καρσί σ’ εμένα και δίπλα στο λεγόμενο εκκλησάκι του Σέλα, εκτινάσσει χωρίς υπερβολή σε ακτίνα χιλιομέτρων τους ηχητικούς μύδρους του, που εξοστρακίζονται και διπλασιάζονται πάνω στα βράχια, κι όποιον πάρει ο χάρος. Δεν ξέρω αν η άδειά του είναι για χοροπηδάδικο με τη μουσική στη διαπασών ή για ξενοδοχείο με κοιτώνες για ύπνο, διότι αυτά τα δύο, όπως λέει η δική μου λογική, αντιστρατεύονται και αναιρούν το ένα το άλλο, είναι ασυμβίβαστα, αν σέβεσαι τους πελάτες σου και τους γείτονες. Δεν είναι τα μόνα ξενοδοχεία που ανακάλυψαν ότι είναι πιο εύκολο και προσοδοφόρο να λειτουργούν συγχρόνως και ως κανονικότατα μπαρ. Σε λίγο, να το δείτε, θα γενικευτεί κι αυτή η συμφορά που μας σύντυχε. Σε οργισμένη τηλεφωνική παρατήρησή μου πριν από δυο-τρία χρόνια η απάντηση του υπάλληλου ήταν ότι: «–Πρέπει να βοηθήσομε ο ένας τον άλλο για να ζήσομε». «–Να ζήσομε, όχι να πεθάνομε», ήταν το αντεπιχείρημά μου, που βέβαια, όπως έδειξε η συνέχεια, έπεσε σε κουφά αφτιά. Να ζήσομε, όχι να πεθάνομε από έλλειψη ψυχικής ισορροπίας και ύπνου, για να βγάλουν κάποιοι γδέρνοντας την ακοή και την ψυχή των υπολοίπων όλο και περισσότερα φράγκα.
Η παραπάνω επισήμανση, καθώς και όσες ατάκτως ακολουθήσουν εδώ, γίνονται για να μη βαυκαλιζόμαστε με την αποψινή λογοτεχνική ανάγνωση ότι τάχα μου όλα στον μικρό τόπο μας και στην ακόμη μικρότερη Λαγκάδα, που επ’ ολίγο την πίστεψα σαν τη δική μου τελευταία αρκαδική πατρίδα, είναι αγγελικά πλασμένα. Αμ, δε! Όμως, όπως είθισται να λέγεται, «επιφυλάσσομαι παντός δικαιώματος που μου παρέχει ο νόμος», αλλά και… πάσης απονενοημένης πράξης στην οποία πιθανόν εν βρασμώ ψυχής να προβώ, εάν συνεχιστεί αυτό το χάλι. Όλ’ αυτά για να προστατέψει κανείς το στοιχειώδες: την ψυχική ακεραιότητά του και το δικαίωμα να μπορεί να εργάζεται, να αναπαύεται και να απολαμβάνει τη φύση και τα ξέφτια της κάποτε αγγελικής ομορφιάς μιας πολιτείας που δεν μπορεί να υπάρξει, εάν δεν θέλει ή εάν αδυνατεί να επιβάλει στους δυστροπούντες τον αυτονόητο αλληλοσεβασμό. Αλληλοσεβασμό στον τρόπο που οδηγούμε, στον τρόπο που παρκάρομε, στον τρόπο που θεωρούμε τον τόπο δικό μας και κανενός αλλονού αυθαιρετώντας αδίστακτα σε βάρος του διπλανού μας, που αναγκάζεται από ανάγκη να βρίσκεται ετοιμοπόλεμος σε συνεχή άμυνα.
Αυτή την κατάσταση κι ακόμη χειρότερη τη ζήσαμε και το φετινό καλοκαίρι. Μιας, λοιπόν, και το νέο βιβλιαράκι μου μυρίζει μυκονιάτικη μυζήθρα, θίγω, όπως συνηθίζω σε τέτοιες περιστάσεις, ελάχιστα από τα κακώς κείμενα στο περίβλεπτο νησάκι μας. Μήπως και κάποια στιγμή ακουμπήσουν σε ευήκοα, υπεύθυνα ώτα και διορθωθούν. Παρακαλώ, καλή τη πίστει να εννοήσετε το πνεύμα αυτών που θα ακούσετε, να μην εκληφθούν όσα ακολουθήσουν ως προεκλογική καμπάνια υπέρ κανενός μιας και τυχαίνει σε λίγο να έχομε τις αυτοδιοικητικές εκλογές. Αυτό το αντιλαμβάνομαι ως αναφαίρετο δικαίωμά μου, γιατί όπως ξέρουν οι καλοπροαίρετοι εξ υμών, ποτέ δεν υπήρξα στέλεχος κανενός πολιτικού κόμματος στη μεγάλη και στη μικρή πατρίδα μας. Κάθε φορά, όταν έρχεται η ώρα, εξασκώ αφανάτιστα το δικαίωμα του πολίτη χρησιμοποιώντας το μυαλό και την καρδιά μου, ζυγιάζοντας, κρίνοντας και ψάχνοντας ποιος κατά τη γνώμη μου, ανεξαρτήτως παράταξης, φαίνεται πως πηγαίνει για το γενικότερο καλό. Αυτό θα κάνω κι αυτή τη φορά. Συχνά, συχνότατα, βεβαίως, έχω διαψευσθεί, όπως, άλλωστε, δυστυχώς, οι περισσότεροι από εμάς, αλλά έχω τουλάχιστο την ικανοποίηση ότι κράτησα τα μάτια της ψυχής μου ανοιχτά κι ανεπηρέαστα από κάθε στενά εννοούμενο ατομικό ή κομματικό συμφέρον.
Όσο για τη γελοία και επίβουλη άποψη που έχει ακουστεί κι έχει φτάσει ώς τ’ αφτιά μου ότι τάχα «ο Κουσαθανάς έχει συμβιβαστεί με τον Δήμο για να του εκδίδει τα βιβλία του», τούτο μόνο έχω να πω αηδιασμένος: αν με το «συμβιβαστεί» εννοούν την ολόκαρδη δωρεά της υλικής, αλλά προπαντός της πνευματικής, περιουσίας μου, τότε τους εύχομαι να «συμβιβαστούν» κι αυτοί το ίδιο για το καλό του τόπου. Τέτοια μόνον άνθρωποι αρρωστημένα φίλαυτοι και τυφλοί από χαμερπή και ξένα προς εμένα ελατήρια μπορούν να το πουν, άνθρωποι που ποτέ δεν διάβασαν, εκτίμησαν ή σεβάστηκαν την αξία της δουλειάς μου, τον κόπο τουλάχιστον και τον χρόνο που έχω αφιλοκερδώς αφιερώσει σ’ αυτήν, κάποτε μάλιστα βάζοντας βαθιά το χέρι στην ίδια μου την τσέπη – καθόλου δεν μετανιώνω γι’ αυτό, χαλάλι κι εβίβα του τόπου μου! Αυτούς, λοιπόν, τους ελάχιστους, που σουλαμίζουν κι αναμασούν τέτοια ανάξια για τη νοημοσύνη τους λόγια, τους διαβεβαιώ ότι αν είχαν δουλέψει το ίδιο επί τόσα συναπτά έτη –ήδη η πρώτη μου συνεργασία με τον Δήμο της πατρίδας μου με το ευλογημένο Όρτσ’ αλά μπάντα! ήταν από το 1986 κιόλας, είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια κλείνουν–, αν είχαν το ίδιο σκύψει, ερευνήσει, αναδιφήσει, αγρυπνήσει, ματώσει και δώσει τη μερίδα του λέοντος από τον δημιουργικό τους χρόνο στον πολιτισμό και την ιστορία του τόπου τους, τότε ο ίδιος ο Δήμος θα ήταν εκείνος που θα τους ζητούσε και τη δική τους δουλειά να του την παραχωρήσουν, όχι βέβαια να την πουλήσουν, ώστε να εκδοθεί για την αναγκαία πνευματική θωράκιση του μικρού νησιού μας. Τα βιβλία μου ποτέ δεν ήταν και δεν θα είναι του ψυχικού. Όποιος έχει σκύψει καλοπροαίρετα και με ενδιαφέρον πάνω τους θα το έχει καταλάβει. Ακόμη και στα πρώτα συγγραφικά βήματά μου, άγνωστος ακόμη και μακριά, όπως πάντοτε, από συναλλαγές και σινάφια, είχα, δόξα τω θεώ, τον τρόπο να τα καθελκύω από τον ταρσανά τους μόνος μου για το μοναχικό ταξίδι τους. Το να ξαπολνάμε τις κουβεντάρες μας κι όπου πάνε –μιας κι η λάσπη κατά τα φασιστικά πρότυπα πάντα κάπου βρίσκει και κολλά– είναι το ευκολότερο. Ας μη λησμονιέται όμως ότι η δουλειά του καθενός μας και η απήχησή της μέσα στον Χρόνο είναι ο μόνος μάρτυρας της αλήθειας που επιβεβαιώνει κι αποστομώνει. Κι επιτέλους ο Δήμος της Μυκόνου, δεν παύει να είναι ο Δήμος της ιδιαίτερης πατρίδας μου με τον οποίο, ασχέτως από πρόσωπα και καταστάσεις, συνεργάζομαι επί είκοσι πέντε χρόνια και οφείλω να ξανασυνεργαστώ για την επίτευξη των σκοπών της δωρεάς του σημαντικότερου μέρους της υλικής και ολόκληρου του μέρους της πνευματικής μου περιουσίας. Παρακαλώ, συμπαθάτε με γι’ αυτές τις ακούσιες περιαυτολογίες. Δεν είμαι εγώ που τις προξένησα, όμως υπάρχουν όρια ακόμη και στη λάσπη με την οποία κάποιοι –ευτυχώς δυο μόνον οι «τιμητές» στην προκειμένη περίπτωση– προσπαθούν να σε πασαλείψουν…

Κάποια από τα προβλήματα που θα απαριθμήσω απόψε είδα με ικανοποίηση να καταγράφονται σε πρόσφατο φύλλο της δημοτικής εφημερίδας Ο Μυκονιάτης από έναν –ποιος θα το έλεγε;– δεκατετράχρονο, συνειδητοποιημένο μαθητή, που εκφράζει τη νεανική αγωνία του! Ίσως και να υπάρχει ελπίς, αλλά, ως φαίνεται, όχι από εμάς, τους μεγάλους, που τα κάμαμε, μετά συγχωρήσεως, σύσκατα [βλ. Λ. Ρουσουνέλος, «Η επιστολή αυτή αφορά το Δήμαρχο Μυκόνου…», εφημ. Ο Μυκονιάτης, φ.  379 (2010), σελ. 11]. Κάθε καλοκαίρι λιγότερος ζωτικός χώρος για τους πεζούς. Στη Χώρα, στρυμωγμένοι σαν σαρδέλες προσπαθούμε σπρώχνοντας και σπρωχνόμενοι να περάσομε ανάμεσα σε όλο και περισσότερα τραπέζια, καρέκλες, κακογουστες γλάστρες με καχεκτικά, δυστυχισμένα φυτά όπου οι παραπαίοντες για διάφορους λόγους περαστικοί των μικρών ωρών της νύχτας αποθέτουν τα σκουπίδια τους, κατουρούν, ξερνοβολούν ή φτύνουν. Προβολείς μας ξεκοιλιάζουν και μας τυφλώνουν, κουτουλάμε πάνω σε επιτοίχιες ογκωδέστατες βιτρίνες, μας ξεκουφαίνουν ηχεία στα φαγάδικα, ηχεία παντού ηχορυπαίνοντας μέχρι μανικής παραζάλης. Όλο και περισσότερα ενοικιαζόμενα οχήματα πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα από χρόνο σε χρόνο κι από μέρα σε μέρα οδηγώντας άσφαλτα στον ακρωτηριασμό ή τον θάνατο πάνω στους ακατάλληλους δρόμους του νησιού εκτός ή εντός Χώρας. Οι δρόμοι, οι πλατείες και τα σοκάκια ολοένα και μικραίνουν ή καταργούνται αναγκαζοντάς σε να καταστρώνεις στρατηγικά σχέδια ελιγμών… Αυτές κι άλλες τόσες ασχήμιες, ένα ασύλληπτο καρακατσουλιό, εκτός ολίγων εξαιρέσεων, βασανίζουν τα μάτια και πληγώνουν την ψυχή.
Εύκολα θα πειστεί κανείς για την αλήθεια των όσων λέω με μια βόλτα στα Τρία Πηγάδια, αυτό το τραγουδισμένο μνημείο το οποίο συμπιέστηκε, καταβροχθίστηκε και ταπεινώθηκε μαζί με τον ευτελισμό που υφίσταται από κάτι τέτοια η ίδια η Ιστορία του τόπου. Τα ίδια στη Λάκκα, στην Αγία Μονή, στην Αλευκάντρα, στην Πλατεία με τον πλάτανο της Μεγάλης Παναγιάς μπροστά από το αρχιτεκτονικό αριστούργημα της Παντάνουσσας με τον κούντουρο θόλο και δίπλα στο γεφυράκι εκείνης της εκκλησιάς που και μόνο το όνομά της από μόνο του είναι ένα ποίημα και κρατούσε για αιώνες εκάς τους βέβηλους: «Άγια-των-Αγιώ’». Γενικώς, παππάδες και λαϊκοί, μεταφέραμε στις απέριττες και γι’ αυτό τόσο αρχοντικές εκκλησιές μας τη νεοπλουτίστικη αισθητική της κουζίνας και της σάλας μας φορτώνοντάς τις μ’ ένα σωρό σκατολοΐδια, χαϊμαλιά και χαλιά σε σημείο που να σε διώχνουν μακριά θυμίζοντάς σου την αποπνιχτική ατμόσφαιρα «χαρεμιού», όπως εύστοχα μου είπε αφρίζοντας από την οργή της μια παλιά Μυκονιάτισσα. Μεγάφωνα και κλιματιστικά μπλαστρωμένα στον περίγυρό τους, όπου βρεθεί, σε θόλους, αυλές, τοίχους, καμπαναριά, τόξα και αψίδες ιερών κατάστρεψαν ό,τι κάποτε είχαν θαυμάσει  και υμνήσει οι μεγαλύτεροι αρχιτέκτονες που μας επισκέφτηκαν επιτούτου, ο Κωνσταντινίδης, ο Le Corbusier…. Μην πάτε μακριά, δείτε μόνο τις τρεις μεγάλες ενορίες της Χώρας: τη Μεγάλη Παναγιά, την Πανάχρα’, την Αγία Κυριακή, και θα εννοήσετε. Οι κακόηχες, παραμορφωμένες στριγγλιές των ηχείων τους, που σκίζουν τον αγέρα, εξαφάνισαν κάθε ίχνος μυστικής ευλάβειας που είχε απομείνει και λεύκαινε «υπέρ χιόνα» τον ασβέστη τους. Ούτε καν μια φωτογραφία τους της ωφελειάς δεν μπορεί να βγάλει πια κανείς. Σε λίγο θα ηχογραφήσομε και τις καμπάνες μας για να απλοποιήσομε έτι περαιτέρω τον υπέροχα ατάραχο, τρυφηλό βίο μας. Οι επισκέπτες μας αντικρίζοντας αυτή την αρχοντοχωριατιά χαμογελούν συγκαταβατικά, περιγελούν οικτίροντας την υπερβάλλουσα «ευσέβεια» και τέλος σιχτιρίζουν το ακατανόμαστο γούστο μας.
Έχω ακούσει οργισμένα παράπονα από πολλά στόματα, ο ίδιος δεν πρόλαβα να δω τα καινούργια κατορθώματα στην αρχή των Ματογιαννιών, ακριβώς πίσω απ’ το παζάρι της πολύπαθης Αγίας Βαρβάρας και του Αϊ-Γιώρη των Περ’βολιώ’, που κι αυτοί παίρνουν μέρος στην τουριστική μας ατραξιόν ως οίκοι εμπορίου – με το αζημίωτο, βεβαίως, για τους ευλαβείς επιστάτες και κοσμητές τους, πώς αλλιώς; Μπροστά, λοιπόν, από το Ναυτικό Μουσείο και το Σπίτι της Λένας, όπου ο υπάρχων κεντρικός δρόμος –δρόμος, όχι πλατεία– έχει καταληφθεί κι αυτός από καρέκλες και τραπέζια παρακείμενου νέου μπαρ, σε σημείο που κανείς πια, ούτε οι κατοικούντες στη γειτονιά, μπορούν από τη μάζωξη να περάσουν για να πάνε στα σπίτια τους! Το ίδιο μαγαζί μοστράρει στην είσοδο ένα μεγαλοπρεπές, αθηναϊκό ρολό, περίοπτο, αφού φαίνεται καρσί από την ώρα που στρίβεις τη στροφή τω’ Ματογιαννιώ’  έως και που φτάνεις στον Αϊ-Γιώρη και την Αγία Βαρβάρα. Προκλητικότατο παράδειγμα, βέβαια, προς μίμηση από όλα τα άλλα μαγαζιά – γιατί αυτός κι όχι εμείς; Θέλετε να ακούσετε και το χειρότερο; Ο ιδιοκτήτης διερρήγνυε τα ιμάτιά του προτού πάρει την άδεια λειτουργίας ότι θα το αφαιρέσει δίνοντας ανέξοδες υποσχέσεις σε δημάρχους και δημοτικούς συμβούλους, πράγμα που ευθύς το λησμόνησε όταν πια δεν τους είχε ανάγκη. Ποιος φταίει; Με τα ίδια μου τα χέρια θα πήγαινα να το ξηλώσω μαζί με πολλά άλλα παρόμοια, αν ήμουν για μερικές ώρες δήμαρχος.
Στον Γιαλό, τη βιτρίνα της Χώρας, ένα από τα ωραιότερα κάποτε ψαρολίμανα της Μεσογείου, η θάλασσα και η νάμμος έχουν εδώ και χρόνια απογυμνωθεί από τα ψαροκάικα-στολίδια κι αντικατασταθεί από σκάφη απειρόκαλης χλιδής, σωστά μέγαρα εν πλω, τερατογεννήματα ανθρώπινης ματαιοδοξίας, φιλαυτίας και προκλητικότητας. Αμφιβάλλω μάλιστα αν τα τελευταία αφήνουν κανένα κέρδος στον τόπο με το να διαθέτουν εντός τους ό,τι μπορούν να ονειρευτούν οι υβριστικές και διάστροφες ορέξεις του ανθρώπου. Τις προάλλες παρατηρούσα τον εναπομείναντα ζωτικό χώρο του Γιαλού και τις τέντες. Με διάφορες συνοπτικές  συντμήσεις ο πρώτος ή ταχυδακτουλουργικές προεκτάσεις, επιμηκύνσεις κι «ανεσώματα» οι δεύτερες κοντεύουν να φτάσουν ώς την άμμο, όπου μην απορήσετε αν σε λίγο αντικρίσετε και μέσα στη θάλασσα καρέκλες, τραπεζάκια και μπαρ. Κι όταν φύγουν πια κι οι τελευταίοι ξένοι μας, ο Γιαλός, ο Γιαλός μας αντί ν’ αναπνεύσει λεύτερος και λαμπρός, όπως παλιά, θα ξαναφορέσει, δυστυχώς, τη γνώριμη, χειμωνιάτικη ντυμασιά του, δηλαδή θα ξαναγίνει ένα απέραντο πάρκινγκ από εμάς τους ίδιους που βαριόμαστε να σύρομε τα βήματά μας.
Όλες οι παραπάνω απολεσθείσες κι άλλες τόσες μοναδικές ομορφιές της Χώρας, τις οποίες θα μπορούσα επί ώρα ν’ απαριθμώ, ήταν που μάγεψαν τους πρώτους επισκέπτες μας κι αυτές έπρεπε παντού να προβάλλομε, αν θέλομε τη μακροβιότητα στον τουρισμό. Πιο πολιτισμένοι και λιγότερο παραδόπιστοι λαοί θα τις είχαν προστατέψει και θα τις προβάλανε για το μακροπρόθεσμο συμφέρον τους. Εδώ τις έχουν καταβροχθίσει οι καρέκλες, τα τραπέζια, το «γούστο» που κουβαλά στον ντρουβά του ο καθαείς κάνοντας ανεξέλεγκτα ό,τι του καπνίσει –«κάτι το ωραίον»!–, λες και θέλουν «ωραιοποίηση» οι αχειροποίητες και καθαγιασμένες πλέον από τον χρόνο ομορφιές. Όχι «ωραιοποίηση», ανάσα θέλουν, γιατί τις έχουν πνίξει οι άπατες τσέπες των επιχειρηματιών, δικών μας και ξένων, και ο κάκιστος, άναρχος και άμετρος σχεδιασμός της υπερεκμετάλλευσης κάθε γωνίτσας του τόπου. Όσοι υπογράφουν νόμους για τα μάτια με μόνο σκοπό να αγνοηθούν και να καταπατηθούν εν συνεχεία, πράγμα που ανοίγει συνεχώς την όρεξη για όλο και περισσότερες παρανομίες, έχουν μεγάλο μερίδιο ευθυνών.
Παντού, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, προέχει η ανεξέλεγκτη αισχροκέρδεια: από τις ενοικιαζόμενες πολυθρόνες στις αμμουδιές και το νερό ή τον καφέ που θα πιεις μέχρι κάποιο δήθεν δεν ξέρω πόσων αστέρων εστιατόριο όπου θα σε καλέσουν κάποιοι φίλοι ή θα βρεθείς εσύ ο ίδιος μπόσικος και θα πας φεύγοντας εν τέλει με άδεια τσέπη και χαλασμένο στομάχι. Όσο για τις μαγευτικές ρουβέρες και αμμουδιές μας; Ανύπαρκτες. Όσες δεν έχουν ήδη καταπατηθεί από αετονύχηδες, επήλυδες ιδιώτες, έχουν γεμίσει με δάση από ομπρέλες –τα μόνα δάση που δεν καίγονται εν Ελλάδι–, με χιλιάδες ξαπλώστρες και με παραπήγματα-μπουντουάρ όπου παρέχονται στον πελάτη, προστατευμένο πίσω από ανεμίζοντα παραπετάσματα, φυσικοθεραπευτικές υπηρεσίες από άγνωστους, κομπογιαννίτες γυρολόγους (με απόδειξη;, χωρίς;, δεν γνωρίζω). Φέραμε κι εδώ τις πρακτικές της Ταϋλάνδης. Δεν μπορείς πια να ’λιαστείς, δεν μπορείς να περπατήσεις στην άμμο χωρίς τον φόβο να βγάλεις κανένα μάτι στις σιδερένιες ομπρέλες, δεν έχει προβλεφθεί καν ένας διάδρομος για να περάσεις ανάμεσά τους. Μια συλλογική προσπάθεια που κάναμε στον Πιατ’-Γιαλό για πέντε έστω μέτρα ελεύθερο γωνιδάκι νάμμος να μας θυμίζει ότι εκεί μεγαλώσαμε, συνάντησε αντίδραση, σχεδόν προπηλακισμούς. Καμμιά σκέψη για τον οικογενειάρχη, που θα θελήσει να πάει για μπάνιο χωρίς να πληρώσει τα μαλλιοκέφαλά του. Πού είναι τελοσπάντων ο απαιτούμενος έλεγχος; Όλοι αναρωτιούνται ποιες είναι οι αρμοδιότητες της νεοσύστατης Δημοτικής Αστυνομίας, εάν υπάρχουν. Ποια είναι τελοσπάντων η ποιότητα σ’ αυτόν τον τόπο, όπου κατέληξαν όλα τα αμφιβόλου ποιότητας τουριστικά προϊόντα να πουλιούνται ανερυθρίαστα με φτυαριές από ευρώ, απαγορεύοντας στον επισκέπτη να χαρεί ό,τι του έδινε παλιότερα δωρεάν η φύση κι η απροσποίητη φιλοξενία; Κι επιτέλους ως σώφρονες άνθρωποι καλό είναι να μην ξεχνάμε ότι τίποτε, ούτε καλό ούτε κακό, δεν είναι αιώνιο, «ένα απειροελάχιστο πάγωμα των δεικτών του ρολογιού είναι αρκετό για να παρέλθει μια ολόκληρη εποχή» και ποτέ να μην επιστρέψει, όπως έγραψε ένας ξεχωριστός συγγραφέας των ημερών μας [βλ. W.G. Sebald, Οι δακτύλιοι του Κρόνου στην εξαιρετική μετάφραση του Γ. Καλιφατίδη, Άγρα 2009, σελ. 44].

Μετά απ’ όλα αυτά παραπονιόμαστε για την «κάμψη». Τι πρέπει να γίνει για να «επανακάμψομε», λοιπόν; Να κατεβάσομε τις τιμές, μήπως; Να φορέσομε έστω με το ζόρι, όλοι, Μυκονιάτες και μη, ένα λιγότερο κατσούφικο, λιγότερο κουρασμένο και αρπακτικό χαμόγελο; Να καθαρίσομε και να ξαναπλύνομε τους γλιτσιασμένους, κατσαριδόπληκτους και όζοντες δρόμους της Χώρας, ίσως; Να προσπαθήσομε να ξαναπάρομε τις λεγόμενες «γαλάζιες σημαίες» για τις αμμουδιές μας; Με θλίψη μου αναγκάστηκα τουλάχιστον δυο φορές εφέτος να φύγω από την αμμουδιά χωρίς να κολυμπήσω· σιχαινόμουνα να βάλω το πόδι σε μια θάλασσα όπου ο λαδερός μαύρος αφρός της προοιωνιζόταν τουλάχιστον μια καραμπινάτη ουρολοίμωξη, αν βουτούσες. Τι να πω για την ποσότητα της πλαστικούρας και του χαρτιού από εφημερίδες και διαφημιστικά, που φιγουράρουν μέσα κι έξω απ’ το νερό, για την άμμο του βυθού που μαυρίζει και πάει σαπίζοντας, διώχνοντας φύκια και ψάρια; Τι κρίμα, να μη χαιρόμαστε ούτε εμείς ούτε οι επισκέπτες μας το άλλοτε αυτονόητο: Ν’ αναπνέεις καθαρό αέρα και να βουτάς σε καθαρή θάλασσα. Αυτά, μαζί με το φως και τη μεγάλη, τη ζεστή αγκαλιά της καρδιάς μας ήταν κάποτε οι θησαυροί μας. Φαίνεται όμως πως δεν εξαντλούνται μόνο οι θάλασσες, οι ήλιοι και οι αγέρηδες, αλλά –το χειρότερο– εξαντλούνται και οι ανοιχτές, οι κάποτε πλατειές αγκαλιές. Κι επειδή αλε’άδα που μόνο να την αρμέ’εις χωρίς ποτέ να την ταΐζεις δεν υπάρχει ούτε στα παραμύθια, καταλαβαίνει κανείς που οδηγούμαστε. Ποιος ξέρει όμως; Ακόμη και τώρα, την τελευταία στιγμή, αν διορθωθούν όλα αυτά κι άλλα τόσα –πώς, όμως;, πώς χωρίς βούληση κι ομόνοια;–, αν γίνει εκ των πραγμάτων και των αναγκών πλέον, γιατί από εμάς δεν βλέπω φως, το απαραίτητο χρονοβόρο και με θυσίες ξεσκαρτάρισμα σε τυχάρπαστους, αρπακτικούς και ασυνείδητους επιχειρηματίες, στην ξεχειλωμένη και ουσιαστικά αχρείαστη, υπερβολική παντού ποσότητα που κατεβάζει το επίπεδο και μας βουλιάζει, ίσως μόνο τότε να μπορέσει να καλυτερέψει παραλλήλως και η ποιότητα των επισκεπτών μας· είναι αμφίδρομη η σχέση φιλοξενούντος και φιλοξενούμενου, αποτελούν τον δίπολο καθρέφτη της ουσίας ενός τουριστικού προορισμού.
Να θυμόμαστε ότι κάποτε ήμασταν αποδεδειγμένα πιο Άρχοντες από τους άρχοντες εν μέσω των στερήσεών μας. Αυτές τις κρατούσαμε μόνο για τον εαυτό μας και δεν αφήναμε από υπερηφάνεια και ευγένεια τους άλλους να τις υποψιαστούν. Εάν χάσομε εντελώς αυτή την Αρετή θα καταντήσομε σαν εκείνη την κάστα των νεοελλήνων που είναι αποφασισμένοι θηρευτές  του χρήματος για το χρήμα, επιδειξίες και λιγούρηδες της μονέδας, τα λεγόμενα «λαμόγια». Αυτό δεν πρέπει επ’ ουδενί να το αφήσομε να γίνει. Όπου σήμερα συντυχαίνεις, έστω σπάνια, τις αρετές που μας χαρακτήριζαν ως νησιώτες, ανοίγει η καρδιά σου τριαντάφυλλο και ξαραθυμάς ξαναβρίσκοντας τη χαμένη πίστη. Είναι κάποια ανεκτίμητα πράγματα που τα κουβαλάμε στο γενετικό μας υλικό. Ε, αυτά ακριβώς, μαζί με ό,τι άλλο καλό κι όμορφο μας παραδόθηκε, πρέπει να τα φυλάξομε σαν ’ζοβαέρια.

Και τι να πει κανείς για το άλλο παράνομο και άκρως επικίνδυνο, το παρά πάσαν φύσιν και έννοια νομιμότητας συμβαίνον για τρίτη τουλάχιστον, αν δεν κάνω λάθος, χρονιά, θρασύτατο κι ετσιθελικό βραδινό κλείσιμο του μοναδικού προς και από τον Πιατ’-Γιαλό δημόσιου δρόμου από ορισμένους επιχειρηματίες της Ψαρούς σε βάρος όλων των υπολοίπων εστιατόρων, ξενοδόχων, ενοικιαστών, κατοίκων της ευρύτερης περιοχής; Δεξιά-αριστερά του στενού δρόμου, διπλο- και τριπλοπαρκαρισμένα τεράστια αυτοκίνητα-φέρετρα των «Ελληναράδων», αυτών των κάπηλων παράσιτων της εποχής μας, που με τέτοιες και παρόμοιες προκλητικότητες προσπαθούν μη διαθέτοντας καμμιάν αξιόλογη σκευή πλην της απύθμενης αμορφωσιάς, του βαθύτατου φιλοτομαρισμού και της απέραντης θρασύτητάς τους να αποδείξουν την ύπαρξη της μηδενικότητας και της βλακείας τους. Ένας σώφρων άνθρωπος θα ντρεπόταν όχι να οδηγήσει, αλλά και να μπει σ’ αυτά τα τανκς που τα επιδεικνύουν και τους επιδεικνύουν. Μερικά με πτυσσόμενες οροφές για ν’ ανεμίζουν άνετα και μοιραία τα τσουλούφια τους κι όλα, ο θεός να με σ’χωρέσει!, νεκροφόρες king-size ώστε να μπορούν να οριζοντιωθούν εντός τους, άμα λάχει…
Εν πάση περιπτώσει, το προσωρινό νοίκιασμα ενός και μόνο χωραφιού επί του δρόμου για παρκάρισμα θα είχε λύσει το μαρτύριο που υφιστάμεθα κάθε καλοκαίρι χωρίς τιμωρία των ενόχων και χωρίς ρεμέντιο. Από ποιον επιτέλους παίρνουν την άδεια και κλείνουν δικτατορικά κάθε καλοκαίρι τον δημόσιο δρόμο αυτοί οι κύριοι χωρίς καν να λαμβάνονται τα στοιχειώδη μέτρα ασφάλειας και ευταξίας; Οι τροχονόμοι ανύπαρκτοι, οι αστυνομικοί ή υπάλληλοι της δημοτικής αστυνομίας το ίδιο – πέρυσι τους είχα δει να χαχανίζουν καπνίζοντας και χαζογελώντας λίγο πιο πάνω μπροστά στο μανάβικο, ενώ εκατό μέτρα πιο κάτω επί του δρόμου γινόταν ένας κανονικός πόλεμος από το κυκλοφοριακό χάος, που δεν επέτρεπε βήμα ούτε μπρος ούτε πίσω. Ο άρρωστος που θα ’χε την ατυχία να έχει ανάγκη από άμεση βοήθεια μια τέτοια βραδιά είναι βέβαιο ότι θα πέθαινε, η φωτιά, που θα ’πρεπε να σβήσει, θα είχε κάνει παρανάλωμα όλον τον Πιατ’-Γιαλό μαζί και την Ψαρού. Είχα την ατυχία, εγώ που σπάνια βγαίνω μες στην κορύφωση του καλοκαιριού, να βρεθώ τρεις φορές μέσα σ’ αυτή την κόλαση που μόνο με ελικόπτερο ή ταχύπλοο θα μπορούσες να την αποφύγεις. Επειδή δεν διαθέτω, ευτυχώς, ούτε το ένα ούτε το άλλο, καθηλώθηκα, δυστυχώς, όλες τις φορές για 45΄, με τη μηχανή μάλιστα, σε δρόμο μόλις διακοσίων μέτρων. Άλλοι έπαθαν χειρότερα: έχασαν το αεροπλάνο τους. Για να μην πάθω κι εφέτος τα περσινά, αναγκάστηκα να πλαγιάσω στον Πιατ’-Γιαλό έγκλειστος ώς την άλλη μέρα το πρωί υφιστάμενος το ντάπα-ντούπα μιας εμετικής, ανθρώπινης βαρβαρότητας.
Στις οργισμένες παρατηρήσεις μου προς δυο αλητόφατσες μειρακίων, που έκαναν δήθεν ότι βάζουν τάξη στο χάος, λέγοντάς τους ότι αυτή την άθλια κατάσταση δεν θα την αφήσω αδιαμαρτύρητη, το αποτέλεσμα ήταν να εκτοξεύσουν κεχηνότες άμα τε και αποχαυνωμένοι τα απειλητικά και προκλητικά τους βλέμματα σαν να τους καταπατούσα το δίκιο του πάππου τους. Κρίμα που δεν μ’ άγγιξαν! Όχι ότι θα τους ανταπέδιδα τα ίσα – ούτε τα φυσικά προσόντα αυτών των τύπων διαθέτω ούτε έχω μάθει να λύνω έτσι τις άδικες επιθέσεις ή προσβολές. Εγώ έχω άλλους τρόπους να το κάνω, τρόπους που, αν το θελήσω, μπορεί να γίνουν πολύ πιο βιτριολικοί. Κι ακόμη –αυτό χειρότερο– οι υπεύθυνοι που έπαιρνα στο τηλέφωνο δεν απαντούσαν – «απενεργοποιημένο» ή «απασχολημένο, παρακαλώ πάρτε αργότερα»! Γνωστή η τακτική. Αλλά πόσο αργότερα, όταν κάποιος ποδοπατιέται και πνίγεται από την έλλειψη του αγέρα; (Από μιαν άποψη, εδώ που τα λέμε, ευτυχώς που δεν απαντήθηκαν οι απεγνωσμένες κλήσεις μου, γιατί ήμουν έτοιμος να… δολοφονήσω από τηλεφώνου).
Θα με ρωτήσετε: «–Εδώ φτάσαμε να απολαμβάνομε, να χειροκροτούμε και να βραβεύομε τα τυχάρπαστα, κακόβουλα και μονόμπαντα για τον τόπο επικαιρικά κινηματογραφικά υποπροϊόντα της κάθε υποκουλτούρας, εδώ φτάσαμε να προβάλλομε και να διαφημίζομε στα τουριστικά ανά την υφήλιο περίπτερά μας ό,τι ακριβώς θα έπρεπε από ντροπή να αποσιωπάται φωτογραφιζόμενοι κιόλας κάτω απ’ αυτές τις χυδαιότητες, εδώ μόλις προχτές δολοφονήθηκε εν ψυχρώ από τα κτήνη της νύχτας ένας νέος άνθρωπος, αυτό σε μάρανε;» Δεν ξέρω πια τι να σας απαντήσω. Ή οι άνθρωποι παραζαλίστηκαν και δεν μπορούν να ξεχωρίσουν δυο γαϊδάρων άχερα ή εγώ δεν είμαι πλέον του κόσμου τούτου κι είναι ώρα να του δίνω. Πάντως, ο δρόμος αυτός έχει πολλαπλώς κακοπάθει. Χρόνια τώρα μάλιστα γνωστή αλυσίδα μεγαλοξενοδοχείων, που ενδιαφέρθηκε μόνο να χτίσει ή να επισκευάσει τα πολυτελή της δωμάτια, ούτε που γνοιάστηκε να λάβει μέτρα για το στοιχειώδες: χώρο παρκαρίσματος για τους πελάτες της. Και γιατί να το κάνει, άλλωστε, αφού όλη η κατηφόρα του πολυσύχναστου δρόμου σ’ εκείνο το σημείο είναι αμπέλι ξέφραγο στον οποιονδήποτε προς ιδίαν εκμετάλλευση κι έχει καταντήσει ένα απέραντο πάρκινγκ δυσκολεύοντας επικινδύνως όλους τους υπόλοιπους μαζί και τα λεωφορεία; Αρχίζεις και βάζεις με το μυαλό σου ότι κάποιος τους νοίκιασε τον δρόμο κατ’ αποκοπήν. Τέτοιο θράσος πώς αλλιώς;
Ανάλογο κραυγαλέο παράδειγμα –μέσα στη Χώρα αυτό– η περιοχή της ’Ρόχαρης που έχει καταντήσει παράνομος χώρος παρκαρίσματος για τους πελάτες του ξενοδοχείου πάνω από το θεατράκι της Λάκκας κι άνθρωπος να περάσει δεν μπορεί ούτε στη μεγαλύτερη ανάγκη. Το είπα, το ξανάπα, από κάτι τέτοια πρέπει ν’ αρχίσει το νοικοκύρεμα που γυρεύει απεγνωσμένα αυτός ο τόπος για ν’ ανασάνει από τις παράνομες ενέργειες σε βάρος όλων μας. Παρόμοια και χειρότερα, είμαι βέβαιος ότι θα συμβαίνουν  και σ’ άλλες περιοχές του νησιού. Όμως να δούμε πώς όλα αυτά θα συμμαζευτούν τώρα, ώστε να μην ξαναζήσομε τέτοιο καλοκαιρινό κολαστήριο και καστίο. Η Μύκονος, η μία και μοναδική, ένας τόπος με άφθονη εισροή χρήματος τα τελευταία χρόνια, θα έπρεπε εδώ και δεκαετίες να έχει λύσει τα ζωτικά της προβλήματα: αίφνης εκείνα των σκουπιδιών, του κυκλοφοριακού,  του παρκαρίσματος… Αλλά εδώ, θα μου πείτε, δεν βρήκαμε χώρο να… «παρκάρομε» τους προσφιλείς νεκρούς μας, που συνωστίζονται εκατόν πενήντα και βάλε χρόνια ο ένας πάνω στον άλλο μέσα στον Αϊ-Λούκα, θα μπορέσομε ποτέ να λύσομε τα προβλήματα της καθημερινότητάς μας; Λες και θα ’ταν μέγα και μεγάλο πράγμα να αγοραστεί μια μεγάλη παραγκαιριά στα μισά μεταξύ Χώρας κι Ανωμεράς, ώστε να εξυπηρετηθούν αμφότερες, και να διαμορφωθεί σε νεκροταφείο με όλες τις απαιτούμενες, σύγχρονες προδιαγραφές, αποδίδοντας τον ζωτικό για τη Χώρα χώρο του Αϊ-Λούκα στον παλιό του προορισμό: του φυτώριου των νέων γενεών, σχολείου και παιδότοπου, έτσι που ήταν μέσα στην καρδιά της Τουρκοκρατίας μέχρι τα μισά του προπερασμένου αιώνα.

Θαυμάζω κι απορώ τι σκαρφίζεται το αχόρταγο μυαλό του ανθρώπου για να ευχαριστηθεί ή να βγάλει όλο και περισσότερα – λες και θα τον φτάσουν τα «περισσότερα» όσα πολλά κι αν είναι! Μόνη έγνοια η έναντι οποιουδήποτε τιμήματος σε βάρος των πάντων –πλην του εαυτού μας– εγωιστική κάρπωση και ικανοποίηση. «Ό,τι σήμερα εξακολουθεί να αποκαλείται Ελλάδα», είπε ένας γνωστός μουσικοκριτικός, «είναι ένα σύνολο από 11.000.000 “εγώ”, που ασφαλώς μόνο κοινωνία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί» [βλ. συνέντευξη Γ. Λεωτσάκου στο περιοδ. Πολύτονον, τχ. 40 (2010), σελ. 32].
Εμβρόντητος είδα στον Πιατ’-Γιαλό εφέτος δυο από τα λεγόμενα «glassbottom vessels», ένα τεράστιο, ένα μικρότερο. Για όσους δεν τα γνωρίζουν πρόκειται, όπως έμαθα κι εγώ, για εκδρομικά σκάφη με γυάλινη καρίνα και εκτυφλωτικούς προβολείς, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μέρα και νύχτα αλωνίζοντας τον βυθό, μην αφήνοντας πια σε ησυχία ούτε εκεί τη θαλασσινή πανίδα και χλωρίδα. Δεν έφταναν η Μύκονος και οι Δήλες με την υπερεκμετάλλευση, τη ρύπανση και τη λεηλασία τους –περί αυτού ακριβώς πρόκειται, για πλιάτσικο–, τώρα έχομε κι εκδρομές για τα αξιοθέατα του βυθού! Να στραγγίξομε, να στεγνώσομε κάθε υπόλοιπο της ομορφιάς του νησιού και της φύσης του. Αν είχε απομείνει καμμιά φώκια στο Τρα’ονήσι πάει κι αυτή. Ένας στοχαστικός παλιός μαθητής μου λέει πως ο άνθρωπος είναι το σαράκι, είναι το μικρόβιο, ο ρετροϊός, το έιντζ του πλανήτη Γη – ο Σεφέρης κάπου τον λέει «ψώρα» [βλ. Γ. Σεφέρης, Μέρες Α΄, φιλολ. & τυπογ. επιμ. Ε.Χ. Κάσδαγλης, Ίκαρος, Αθήνα 1975, εγγραφή της 15ης Μαρτίου του 1926, σελ. 46]. Είναι το μόνο έμβιο ον που καταστρέφει στην ψύχρα την ίδια τη φωλιά του γνωρίζοντας τι κάνει χωρίς να του καίγεται καρφί. Κι ο φίλος συνεχίζει: «–Άνθρωπος είμαι κι εγώ, αλλά θα προτιμούσα χίλιες φορές ν’ αφανιστώ μαζί με τους άλλους προκειμένου να σωθεί ο παράδεισος της Γης, που μας παραχωρήθηκε για το διάστημα της εφήμερης, αλλά τόσο καταστροφικής ζωής μας…». Πόσο δίκιο έχει! Να δω σε ποια πλανητική κόλαση θα μετοικήσει ο άνθρωπος, η «κορωνίδα» της δημιουργίας που λες και κουρδίστηκε για την καταστροφή και την αυτοκαταστροφή, όταν τελικά θα είναι αδύνατο από την αχορταγιά και την απρονοησία του να ζήσει εδώ πέρα εξαιτίας των μίζερων, κακομοίρικων και κοντόφθαλμων επιλογών του.
Κάποτε παραπονιόμασταν για την καταστροφή του αρχιτεκτονικού χρώματος του νησιού με τα διάφορα εξαμβλώματα που εμφανίζονταν κάπου κάπου. Σήμερα, συνεργούσης της πολεοδομίας, που εμείς οι ίδιοι την εξωθήσαμε σε αμαρτωλές πρακτικές  –όλοι το ξέρομε–, έχει τόσο γενικευτεί το κακό με αμέτρητα γιγαντιαία συγκροτήματα ώστε προτού καλά καλά το συνειδητοποιήσεις έχουν ανεπανόρθωτα καταστραφεί σε χρόνο μηδέν απείρου κάλλους φυσικές ομορφιές. Δεν μιλώ για μικρομπακάλικες παρανομίτσες που είναι μες στη φύση μας και που θα μπορούσες να τις πεις συγγνωστές. Εδώ μιλάμε για βάρβαρες και μη αναστρέψιμες αλλοιώσεις ολόκληρων τοπίων ή μοναδικών αρχιτεκτονημάτων. Ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης περιέγραψε την κατάσταση σε δυο γραμμές: «Σπανίως λαός κατέστρεψε [όπως εμείς] την πατρίδα του σαν ένας ξένος κατακτητής λυσσαλέος και βάρβαρος», λέει, και συνεχίζει: «Ό,τι έγινε τα πενήντα αυτά χρόνια στην Ελλάδα από τους Έλληνες –αν επιτρέπεται να λέγονται Έλληνες αυτοί οι άνθρωποι– δεν έγινε επί τέσσερεις αιώνες κατοχής τουρκικής και [από] διάφορες άλλες επιδρομές βαρβάρων στην Ελλάδα. Και δεν κατέστρεψαν μόνον ό,τι ωραίο υπήρχε αλλά και το αντικατέστησαν με ό,τι ασκημότερο υπάρχει στον κόσμο. Η Ιστορία δεν ξέρω τι θα γράψει γι’ αυτή τη βιαία και λυσσαλέα επίθεση εναντίον της αρχιτεκτονικής, την παραμόρφωση μιας πατρίδας και το ασκήμισμα ενός τόπου που ήταν ο πιο ωραίος του κόσμου» [βλ. Μ. Καραβία, Ο στοχαστής του Μαρουσιού, Μνήμες και συνομιλίες με τον Γιάννη Τσαρούχη, Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα 2009, σελ. 121].

Επίσης, όπως θα έχετε προσέξει, όλο και συχνότερα ξεκουκκίζουν εδώ κι εκεί κάποιες φωτεινές επιγραφές ή επιγραφές με ηλεκτρικά γλομπάκια στην περίμετρό τους, που καρφώθηκαν εκεί εκ του πονηρού κατά τις ημέρες των Χριστουγέννων κι επιτούτου λησμονήθηκαν ν’ αφαιρεθούν έκτοτε. Ήδη μόνο στον δρόμο του Πιατ’-Γιαλού έχω επισημάνει δυο ή τρία κρούσματα. Σας διαβεβαιώ ότι σε λίγο θα ’χει γεμίσει ο τόπος με τέτοια, αν το αφήσομε κι αυτό έτσι. Και με τις αμμουδιές μας παρόμοια έγιναν, διότι, ως γνωστόν, «τρώγοντας έρχεται η όρεξη», που σε καποιους αδίστακτους ανθρώπους δεν την καταλαγιάζει κανένα λουκούλλειο φαγοπότι. Άρκεσε ένας ν’ αυθαιρετήσει πρώτος κατά τη μεριά του Ορνού, όχι μόνο καταπατώντας, αλλά κι αλλάζοντας τη γεωφυσική ομορφιά μιας ακτής απίστευτου φυσικού κάλλους, για να γενικευτεί σήμερα το κακό, κι αυτό γιατί έμεινε ανενόχλητος από τους κατά νόμον ταγμένους να φυλάγουν το συμφέρον του τόπου και του συνόλου των ανθρώπων του. Πλέον δεν υπάρχει τερατώδης έπαυλη –όλοι το γνωρίζουν– που να γειτνιάζει με τη θάλασσα και να μην έχει καταπατήσει την ακτή μπροστά της, που να μην έχει στη συνέχεια χτίσει σκαλοπάτια προς τη θάλασσα, που να μη μοσχονοικιάζεται, τέλος, λάθρα κι αδήλωτα από τους τάχα μου «επώνυμους» –τρομάρα τους!– ιδιοκτήτες της. Και σ’ αυτή την περίπτωση το μαύρο χρήμα εισρέει άφθονο κι αφορολόγητο σε παράνομες τσέπες, ενώ εσύ πληρώνεις το 40% του εισοδήματός σου –σε λίγο θα ’ναι το 45%– σε παντός είδους φόρους και πρόστιμα, που τα μηχανεύτηκαν μετά από την πρωτοφανή ρεμούλα στη δημόσια περιουσία πανούργοι οικονομικοί νόες και τα ονόμασαν «έκτακτες εισφορές», λες κι έτσι θα χρυσωθεί το χάπι.
Εδώ μου ’ρχεται στο μυαλό εκείνο το εξαιρετικά επαχθές κι εντελώς αδικαιολόγητο ούτε λίγο ούτε πολύ 80% «ειδικόν τέλος» [sic] του δήμου επί της κατανάλωσης του νερού, που αναγκαστήκαμε να πληρώνομε ως δημότες – προσωρινώς υποτίθεται, παρανόμως και παγιωμένα στην ουσία, για δεκαετίες τώρα. Το πληρώνομε που το πληρώνομε, ας διορθωθεί αλεμάγκου εκείνη η τιμητική επιγραφή στο φράγμα. Ας χαραχτεί ότι το φτειάξαμε όλοι εμείς οι κάτοικοι του νησιού από το χαράτσι που μας επιβάλανε κι όχι οι κυβερνήτες μας από το πουγκί τους – όποιος κι αν ήταν τότε πρωθυπουργός από τον εσμό των ανάξιων πολιτικών μας, που αποδείχτηκαν ανίκανοι και ψευδείς λογιστές με ματαιόσπουδα μόνο σαν του ’διάνου κρωξίματα και πόζες.
 Πέραν από το δικό μας μεγάλο μερίδιο ευθυνών, οι περισσότερες από τις μηδενικότητες των λεγομένων «celebrities» (διάβαζε «ξεγάνωτων τενεκέδων»), που συναγελάζονται εδώ για να ακκίζονται, να σεισοπυγούν εμετικά και να αυτοδεικνύονται, συντελέσανε τα μέγιστα κι αυτοί με τα υβριστικά έργα και τις άλλο τόσο υβριστικές ημέρες τους στην ολοκληρωτική καταστροφή του τόπου δίνοντάς του τη χαριστική βολή και τώρα σνομπάροντάς τον αναζητούν άλλους παρθένους προορισμούς για να τους διακορεύσουν και να ασελγήσουν πάνω και σ’ αυτούς εντύπως, τηλεοπτικώς και εμπραγμάτως. Η Μύκονος δεν ήταν παρά ένα μοδάτο άθυρμα στα χέρια τους, ένα παιχνίδι που το βαρέθηκαν και τώρα το σπάνε και το πετούν. Επόμενο θύμα; Η Άνδρος, η Φολέγανδρος, η Κίμωλος και έπεται συνέχεια – εκτός εάν αυτοί φερθούν εξυπνότερα, πράγμα για το οποίο πολύ αμφιβάλλω. Όνειρό τους πάντα ήταν να φτάσουν και να ξεπεράσουν εμάς. Ωραίο όνειρο, μεγαλοπρεπές και εφιαλτικό!

Βέβαια, δεν γίνεται παρά να παραδεχτούμε ότι όλοι μας, μηδενός εξαιρουμένου, από τον παππά μέχρι τον ζευγά, αμέσως ή εμμέσως, καλώς ή κακώς, επιλέξαμε ή επιλεχτήκαμε να ζούμε από τον τουρισμό και μόνο. Αυτό είναι μια χειροπιαστή πραγματικότητα. Οι ανοησίες και οι ασυναρτησίες, που συχνά λέγονται, ότι κάποιοι μεταξύ των οποίων και ο ομιλών, θέλουν δήθεν να «διώξουν» τον τουρισμό από τη Μύκονο, δεν είναι παρά στρεψόδικα φληναφήματα ανεγκέφαλων ανθρώπων. Κανείς δεν θέλει να «διώξει» τον τουρισμό, κανείς δεν θέλει να ξαναφέρει πίσω τα κακά των στερημένων χρόνων μας, αυτά που οι μεγαλύτεροι τα ζήσαμε στο πετσί μας μαθαίνοντας όμως παραλλήλως την ευλογημένη αλφαβήτα της ταπεινότητας και της προσγείωσης. Κανείς δεν θέλει να ξαναγίνει σκλάβος των «αρχόντων» εκείνων των χαλεπών εποχών, «αρχόντων» που μη διαφέροντας από βδέλλες έβλεπαν τον φτωχό Μυκονιάτη ως εν δυνάμει πελάτη της σκληρότατης τοκογλυφίας τους και τον αντιμετώπιζαν σαν τσιράκι τους προορισμένο να τους ξεσκονίζει, να τους γυαλίζει τα σκαρπίνια, να δολώνει το καλαμίδι τους και να φέρνει στο πιάτο τους ό,τι καλύτερο γεννούσε η μυκονιάτικη γη. Εξ ου και ο σημερινός, βαθύτατος, αλλά εντελώς αδύναμος πλέον, φθόνος κάποιων από τους τελευταίους επιγόνους εκείνων, φθόνος που τους θολώνει την όραση, τους στρεβλώνει την κρίση και αποδυναμώνει κάθε επιχείρημά τους στα μάτια των συμπατριωτών τους, διότι οι τελευταίοι γνωρίζουν πολύ καλά πόθεν εκπορεύεται το όψιμο ενδιαφέρον τους.
Ξέρει καλά ο Μυκονιάτης, μόνο που δεν μπορεί να το αρθρώσει, ποιος είναι ο βαθύτερος λόγος που τον κάνει να σιχαίνεται αυτή τη φυλή, να μην αντέχει να τους θυμάται. Κι αυτό γιατί κουβαλεί αταβιστικά μέσα του το δίκαιο παράπονο για την Αδικία, για τα όσα τράβηξε όσο ήταν στα νύχια τους. Οι φωτεινές εξαιρέσεις στον εσμό όσων επί εκατοντάδες χρόνια έπιναν αχόρταγοι το αίμα του φτωχού Μυκονιάτη είναι ελάχιστες, όχι αρκετές για να σώσουν την τιμή της φάρας: ένας Λαμπριανός Αμπανόπουλος, κάποια πρόσωπα από την οικογένεια των Γρυπάρηδων… Γι’ αυτούς κι άλλους άξιους πατριώτες, που με τα έργα τους έκαναν επ’ αγαθώ γνωστή την ύπαρξη του μικρού τόπου μας, θα ’πρεπε, αν υπήρχε γνώση της Ιστορίας, να στήσομε στα τρίστρατα και τους λεωφορειακούς κόμβους προτομές κι αγάλματα, γιατί αυτοί μας βοήθησαν να σπάσομε τις μπαστούρες που μας κρατούσαν πεδικλωμένους. Επαναλαμβάνω: Κανείς δεν θέλει πίσω εκείνες τις αποφράδες εποχές που και μόνον η ανάμνησή τους μας ανατριχιάζει και μας συντρίβει, αλλά και κανείς υπεύθυνος άνθρωπος δεν μπορεί να κλείνει τα μάτια και να εφησυχάζει χάριν του πρόσκαιρου κέρδους μόνο και της καλοπέρασης, αν πράγματι γνοιάζεται κι αγαπά αληθινά τη Μύκονο πιο πολύ από τον ίδιο τον εαυτό του. Ούτε θα πρέπει εμείς σήμερα να επαναλάβομε, πάνω στο σώμα του ίδιου του τόπου μας, την παλιά εκείνη Αδικία, γιατί όποιος μετέρχεται άδικα έργα, δεν πά’ να ’ναι ο ίδιος ο ζωοδότης ήλιος, δικαίως «χάνεται» κατά τις γνωστές ρήσεις του Ηράκλειτου και του Μακρυγιάννη.

Ευτυχώς, που τελευταία όλο και περισσότεροι αναρωτιούνται και διαμαρτύρονται για το πού θα πάει αυτή η αλόγιστη και πέραν από κάθε έλεγχο κατάσταση. Ζητούν να μετριαστούν οι ακρότητες και οι υπερβολές, που πληγώνουν την αξιοπρέπεια της Μύκονος και των Μυκονιατών, που υποβαθμίζουν την ποιότητα της καθημερινής ζωής όλων σε τούτο το «αιγιαλίτικο βραχόνησο», όπως παραστατικά το χαρακτηρίζει η μοναδική μας, η ανεπανάληπτη Μέλπω [βλ. Μ. Αξιώτη, Το σπίτι μου, Θεμέλιο, Αθήνα 1965, σελ. 10]. Το ζητούμενο πρέπει να είναι το μακροπρόθεσμο, το αειφόρο καλό του τόπου που μας γέννησε και που μας έδωσε τα πάντα. Το επιβεβλημένο είναι να μπαίνει φραγμός αυτομάτως στη γένεση του κακού, να μπει επιτέλους από τους κατά νόμον υπεύθυνους και τους αιρετούς μια τάξη κι ένα νοικοκύρεμα στη σκορπιοσύνη και τη διάλυση, που είναι παραπάνω από αισθητή τώρα πια ακόμα κι απ’ αυτούς που έως τώρα εθελοτυφλούσαν. Νόμοι υπάρχουν, θέληση και τόλμη και συνεργασία των υπευθύνων δεν υπάρχει. Μη γελιόμαστε, μην έχομε αυταπάτες: Αν δεν κάνομε κάτι ο καθένας χώρια κι όλοι μαζί, βαδίζομε ντουγρού προς την ανήκεστη, την αθεράπευτη συμφορά, που όλοι την απευχόμαστε, αλλά κανείς δεν βλέπω να κάνει τίποτα για να την προλάβει. Φτάσαμε να χρειαζόμαστε δήμαρχο-Ιησού με το φραγγέλιο για να διώξει τους εμπόρους και τους σαράφηδες από το ναό της εναπομείνασας ομορφιάς της Μύκονος, δήμαρχο-Ηρακλή με το φτυάρι για να καθαρίσει τους σταύλους του Αυγεία. Κάνω απεγνωσμένη έκκληση προς όλες τις αρχές του τόπου και ιδιαιτέρως προς τις αιρετές, που μας εκπροσωπούν ή θα μας εκπροσωπήσουν προσεχώς, να συνεργαστούν με αρμονική σύμπνοια ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης –εάν τελικά υπάρχει τέτοια–, και να διορθώσουν όλα τα κακώς κείμενα. Νισάφι πια στο μαγάρισμα! Όταν πρόκειται για το καλό του ίδιου του τόπου μας δεν χωρούν παλίμπαιδα πείσματα, μικρόψυχα προσωπικά συμφέροντα και ιδεοληπτικές διαφορές.
Αυτά, μαζί με τα θανατηφόρα τροχαία ατυχήματα, την ανασφάλεια από τις απανωτές κλοπές και διαρρήξεις εξαιτίας της ελλιπούς αστυνόμευσης χειμώνα-καλοκαίρι, συνέθεσαν και τη φετινή κατάσταση σ’ ένα ανυπεράσπιστο, ανοχύρωτο «χωριό με δίχως γέροντα», όπως έλεγε κι ο πατέρας μου χτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι, όποτε η οικογενειακή κατάσταση γινόταν εκρύθμως επικίνδυνη για την γαλήνη και την ηρεμία του συνόλου εξ αιτίας της διαγωγής ενός μέλους (περιττό να πω ότι αυτό το μέλος ήμουν πάντοτε εγώ): «–Ε, πας θαρρείς πως μέσα ’δώ είναι χωριό με δίχως γέροντα;» Δηλαδή, ήθελε να πει «χωριό χωρίς κυβερνήτη, χωρίς τιμόνι» – παρ’ ολίγον να πω «κυβέρνηση χωρίς τρόικα»! Να δω, αφού δε λϋ’ά το δικό μας τσερβέλο, ποιος «γέροντας», ποια «τρόικα» θα χτυπήσει επιτέλους το δικό της χέρι πάνω στο τραπέζι της Μύκονος για να διαφεντέψει το τσαλαπατημένο δίκιο της.
Και μη μου πείτε εκείνο το ανεκδιήγητο: «Ένας μήνας είναι θα περάσει». Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να κλέψει απ’ τη ζωή κανενός ούτ’ ένα δευτερόλεπτο!  Μη μου αντιτάξετε εκείνο το απερίφραστα και κυνικότατα ωμό που προοιωνίζεται φοβερά δεινά, και του οποίου ανατριχιάζοντας υπήρξα αυτήκοος μάρτυς, λες κι αυτό είναι το άπαν στην ανθρώπινη ζωή: «Γιατί να παραπονιόμαστε; Έρχεται κόσμος; Γεμίζει η μπουζού; Τι άλλο θέτε;» Την κλεμμένη ποιότητα της ζωής μας θέλομε. Τον ύπνο που μας τον σκότωσαν. Την ειρήνη και την ισορροπία μας, που ναυάγησαν σε βρόμικες θάλασσες κι άλλο τόσο βρόμικους δρόμους, τη ζεστασιά του συμπολίτη μας που δεν μπορεί πια να διαθέσει ούτε στον γείτονά του ούτε στον εαυτό του δυο λεπτά της ώρας, τη χαμένη πίστη στις δοκιμασμένες ανθρωπιστικές αξίες της κοινότητας. Ανόητα και βδελυρά επιχειρήματα σαν τα παραπάνω δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τ’ αδικαιολόγητα κι επικίνδυνα, που φέρανε τον τόπο στο «ground zero». Άλλα επικίνδυνα παιχνίδια και πειράματα, άλλη αδιαφορία ή υπερεκμετάλλευση δεν αντέχει ο τόπος. Αντί για το συμμάζεμα και την καθαριότητα έξω και έσω, κυριολεκτικά και μεταφορικά, έχομε δυσωδία, βρομιά, ένα σωρό συσσωρευμένα στη διάρκεια δεκαετιών κακά, που αφέθηκαν να θεριέψουν και μας στραγγαλίζουν τώρα. Κι όλ’ αυτά, σε συνδυασμό με λανθασμένα, μεγαλομανή σχέδια για μιαν κουτσουλιά τόπο που άντεξε για αιώνες την καταφορά κάθε ρεσάλτου κι αντιξοότητας και τώρα απαθώς αφήνεται να βουλιάξει. Πώς να το κάνομε; Η κοινή λογική λέει πως μια βάρκα, ό,τι και να σκαρφιστούμε, είναι αδύνατο να χωρέσει τους επιβάτες ενός υπερωκεάνειου. Βαριοφορτωμένη θα συμπαρασύρει στον βυθό άδικους και δίκαιους αδιακρίτως. Αυτό φωνάζω δεκαετίες τώρα.

Εκείνο που καίει τη δική μου καρδιά, είναι η έλλειψη αυτού τού επί συναπτά έτη ανύπαρκτου χτυπήματος με τη γροθιά πάνω στο τραπέζι, για να μην πω πάνω σε κάποιες κεφαλές, που αρνιούνται να δουν πέραν από τη μύτη και την τσέπη τους. Εγώ, ο αισιόδοξος και μειλίχιος άνθρωπος, ο λάτρης της γης, της ζωής και του ανθρώπου, περνά ο καιρός, βλέπω ό,τι βλέπω και γίνομαι ολοένα πιο απαισιόδοξος, πιο σκληρός, καληώρα όπως τώρα. Αλλά όποιος αγαπά έχει το δικαίωμα –και το καθήκον– να είναι σκληρός. Η μόνη σκληρότητα που πιθανόν μπορεί να δικαιολογηθεί είναι αυτή από Αγάπη. Και στο κάτω κάτω, αν δεν μιλήσομε για όλα αυτά τα κακώς κείμενα εμείς οι ίδιοι ειλικρινά και τολμηρά, με αυτογνωσία, έγνοια κι αγάπη διευκολύνοντας έτσι τον εαυτό μας να τα αντιμετωπίσει και να τα διορθώσει, ποιος θα μιλήσει; Τα περισσότερα έντυπα, εκτός ελάχιστων φωτισμένων εξαιρέσεων, με τα ασυνάρτητα, πρόχειρα και σκανδαλιστικά δημοσιεύματά τους και η τηλεόραση έχουν χρόνια τώρα αποδείξει ότι το κάνουν όχι με σκοπό να βοηθήσουν, αλλά κακόβουλα και  χαιρέκακα προς ίδιον όφελος. Γι’ αυτό, παρά τις αφόρητες πιέσεις, που με κάνουν κάποτε να νιώθω αγενής, σταθερά αρνιέμαι κάθε καλοκαίρι, που μας θυμούνται, να συμμετέχω σ’ αυτή τη διεστραμμένη έντυπη, αλλά προπαντός τηλεοπτική ζωοτομή του τόπου.
Εμένα με ζωογονεί και μ’ ανασταίνει η αγάπη των παλιών μαθητριών και μαθητών μου, η δική σας αγάπη, των συμπολιτών μου, που θέλω να πιστεύω ότι προβληματιζόσαστε για τα δεινά εξίσου μ’ εμένα κι ελπίζω ότι, αν είναι γραμμένο να προκύψει κάτι για το καλό του τόπου, αυτό θα έλθει μόνο από τη δική σας φιλοτιμία και έγνοια, που ξέρω ότι δεν έχει σβήσει. Γι’ αυτό «το επ’ εμοί ενόσω ζω» κι αναπνέω, όπως είπε και μια άλλη ψυχή, δεν θα κουραστώ να φωνάζω ειλικρινά και ευθαρσώς αυτό που θεωρώ δίκιο του τόπου μου είτε αυτό αρέσει είτε δεν αρέσει.
Σύντομα, τώρα που με την ευκαιρία του «Καλλικράτη» της νέας αυτοδιοίκησης σχεδιάζεται η αλλαγή σελίδας, θα πρέπει όλοι γενναία κι αποφασιστικά να ανασκουμπωθούμε και ν’ αντιμετωπίσομε μονοιασμένοι το ξεθεμέλιωμα που γίνεται επί δεκαετίες με σκοπό την ποσότητα και με μόνο αξίωμα ζωής το «εμπάτε, σκύλοι, αλέσετε» ή το «ρεμπέτ ασκέρ»! Τα βλέπομε, τα ζούμε, κανείς μας δεν μπορεί με το χέρι στην καρδιά να δηλώνει ικανοποιημένος, όμως το θέμα δεν είναι αυτό. Είναι τι κάνομε για να τα διορθώσομε, να δώσομε ανάσα στον τόπο, σ’ εμάς τους ίδιους, στις γενιές που έρχονται και στους καλύτερους από τους επισκέπτες μας, όσους άντεξαν έως τώρα να μας βλέπουν. Πρέπει να συνειδητοποιήσομε ότι εδώ πέρα πρόκειται για συνεχή και κατ’ εξακολούθηση επί παντός βιασμό και ασέλγεια σε βάρος των λειψάνων του τόπου. Μεγάλα τα συμφέροντα, μεγάλα τα δεινά και, ως γνωστόν, η παρανομία είναι άχρονη. Αρκεί μόνο άπαξ να συντελεστεί και να μείνει ατιμώρητη, ώστε ν’ ανοίξει την όρεξη σε όλο και περισσότερους και ν’ αβγατέψει. Αυτό ακριβώς έγινε στον τόπο μας. Κι άντε τώρα να τα συμμαζέψεις…

Μπορεί κανείς να αντιτείνει σε όλα αυτά – και θα ’χει δίκιο: «–Τι κάθεσαι και μας τσαμπουνάς; Εδώ υπάρχουν ακόμη σοβαρότερα προβλήματα, προβλήματα ηθικής τάξης, που μας έχουν φαρμακώσει και μας έχουν κάνει τον βίο αβίωτο. Εδώ σείεται εκ θεμελίων το μέγαρο του Κόμη Ιβάν Βόινοβιτς από οικονομικά σκάνδαλα, εδώ σείεται ολόκληρο το Κοινόν των Μυκονίων όπως ποτέ δεν έχει κουνηθεί από σεισμό στα 400 χρόνια της ύπαρξής του, κι εσύ κοιτάς τον χαβά σου;» Ο χαβάς μου είναι και θα είναι ο ίδιος από τότε που άρχισα να καταλαβαίνω τη ζωή και να πονώ τη Μύκονο – γύρω στα δώδεκά μου: η με κάθε τρόπο έγνοια για διάσωση του τόπου μου, του μικρού και του μεγάλου. Ο δικαστικός χαβάς για την απόδοση της δικαιοσύνης είναι αλλωνών δουλειά, που καλά θα πράξουν να την ξετελέψουν σωστά κι όσο γίνεται γρηγορότερα για το καλό όλων μας και του νησιού, που έχει βουλιάξει μες στα ψέματα. Το να κρύβονται οι βρομιές κάτω από το χαλί δεν σημαίνει ότι αυτομάτως εξαφανίζονται. Υπάρχουν εκεί και συνεχίζουν να βρομοσκυλούνε. Δεν παριστάνω τον τιμητή που απονέμει δικαιοσύνη, όχι, μακριά από εμένα τέτοιες βλέψεις. Έναν grosso modo δημόσιο απολογισμό κάνω, πέρα από κόμματα και σέκτες, όπως το συνηθίζω εδώ και σαράντα χρόνια, όπως θα πρέπει απαρεγκλίτως και αλληλέγγυα να κάνει ο κάθε συνειδητοποιημένος πολίτης κάθε τόπου. Όταν πρόκειται για το γενικότερο καλό του τόπου επιβάλλεται –το ξαναλέω– μονοιασμένοι, μια πυγμή όλοι μας, από τον Δήμαρχο και τους δημοτικούς συμβούλους έως και τον πιο πρόσφατα καταγραφέντα στα κατάστιχα του δήμου πολίτη του νησιού και τους επισκέπτες μας, να ακολουθούμε τους κανόνες και τους κανονισμούς που υπογράφονται χωρίς να χτυπάμε συνθηματικά πλάτες πίσω από πλάτες, χωρίς να κλείνομε το μάτι στον διαμαρτυρόμενο, δηλαδή: «–Άσε τους κι ας λένε. Μην ακούς τίποτα! Στρίψε στη γωνιά κι άντε να κάνεις ό,τι σου γουστάρει στο ξέφραγο αμπέλι μας». Ας μην κρυβόμαστε. Αυτό με πολλά άλλα παρόμοια, που συμβαίνουν δεκαετίες τώρα, οδήγησαν τον τόπο στο σημερινό χάλι του.
Ένα ξέρω να πω: κρονόληροι, αντί να συμμαζέψομε τα ασυμμάζευτα δεκαετιών θεωρήσαμε το πριγκιπάτο της Μύκονος τουλάχιστον αυτοκρατορία κι αποζητήσαμε ηγεμονικά κι επηρμένα να πορευτούμε χωρίς να σκύψομε το αφτί μας στη βοή «των πλησιαζόντων γεγονότων». Ιδού η κατάντια τώρα, ιδού τα επίχειρα, κι αλίμονο σ’ όποιον ακόμη δεν τα βλέπει! Η Ιστορία το έχει αποδείξει επανειλημμένως ότι σπανιότατα απότομη οικονομική ανάπτυξη έχει συμβαδίσει με παράλληλη ηθική και αισθητική πρόοδο του ανθρώπου, μάλλον συνοδεύεται από περιφρόνηση και κατεδάφιση των υπαρχουσών αξιών. «Τα πλούτη δίχως αρετή είναι κακοί γειτόνοι», τραγουδούσε η προπατόρισσά γειτόνισσά μας, η Σαπφώ, εδώ και κοντά τρεις χιλιάδες χρόνια: «Ο πλούτος άνευ αρέτας ουκ ασίνης πάροικος», [βλ. Σαπφώ, Ποιήματα, επιλ.-μετάφρ. Τ. Καραγεωργίου, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2009, LP 148, σσ. 72-73]. Κι αυτό, δυστυχώς, επαναλήφτηκε και στη δική μας περίπτωση.
Μακράν και πέραν από τους κανόνες, τους κανονισμούς, τις εντολές και τις ηθικολογίες της οποιασδήποτε θρησκείας, αίρεσης ή σέκτας και των ανάξιων συνήθως εκπροσώπων τους, μιλώντας κανείς απλώς ως ανθρώπινο ον που ενοχλείται από την κάθε α-συστασία της εκπορευόμενης ενδιαθέτως έσωθεν ηθικής αρχής, θα έλεγε νέτα-σκέτα ότι ο τόπος, όπως και να τον δεις, όπως και να τον κρίνεις, από θεοφίλητος που ήταν κάποτε, έχει πια καταντήσει ένα ατελείωτο, ένα απέραντο χαμαιτυπείο. Τα έβλεπα, τα φώναζα, εδώ και δεκαετίες κι από κάποιους –ελάχιστους, πάντως–, που είχαν προσωπικά, πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα εισέπραττα φτυσιές και ραπίσματα σε προσωπικό επίπεδο, όπως αυτοί πίστευαν. Για μένα όμως κάτι τέτοια από τέτοιους ανθρώπους δεν ήταν και δεν είναι παρά αγγίγματα φτερού μύγας. Από τα νιάτα μου προσπαθώντας να ζω με ό,τι πιο αληθινό έβγαινε από μέσα μου, ήμουν πάντοτε ειλικρινής με τον εαυτό μου, και δεν τον άφησα ποτέ να φοβηθεί τίποτε και κανέναν, αφού ποτέ δεν έζησα κρυφίως, υποκριτικά και προκλητικά τη ζωή μου ανάμεσά σας. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν προσδοκά κάτι άλλο πέραν αυτού που του δόθηκε από καρδιάς ή απόκτησε με τις δικές του δυνάμεις, άνθρωπος που ευγνωμόνως απολαμβάνει τη σωματική υγεία και τις έως τώρα σώες –ελπίζω– φρένες του, ξαραθυμισμένος που έχει τη δυνατότητα να ευφραίνεται με τις καλές πλευρές του συνάνθρωπου, την ιερότητα της  φύσης και της Μουσικής, τη μελέτη και το γράψιμο.
Υπάρχει Δικαιοσύνη. Υπάρχει; Τώρα θα φανεί. Δεν είναι να επιχαίρεις όμως, όταν ο ίδιος ο τόπος σου, που τον αγάπησες όσο τίποτε άλλο στη ζωή, τόπος χιλιοπαινεμένος και μυριοκακολαλημένος, καθώς και οι αγαπημένοι άνθρωποί του δίνουν οι ίδιοι τροφή για διασυρμό, προφορικό, έντυπο ή τηλεοπτικό. Αυτό σου ραγίζει την καρδιά και απογυμνώνεσαι από κάθε επιχείρημα που θα μπορούσες να προβάλεις. Δεν έχει πιο μεγάλη εντροπή από εκείνη σαν ντρέπεσαι να λες από πού είσαι, δεν έχει πιο εξαντλητικό κάματο κι απερίγραπτη καταπόνηση από το να προσπαθείς να βρεις επιχειρήματα να υπερασπιστείς κάποιον που απεμπόλησε ο ίδιος με τη συμπεριφορά και τη στάση του το δικαίωμά του για υπεράσπιση και προστασία. Είναι οδυνηρό, είναι βαθύτατη θλίψη να πέφτει η πατρίδα σε τέτοιες χαβούζες. Οι χαβούζες της ηθικής εξαχρείωσης είναι βαθύτερες από τις χαβούζες της υπερχρέωσης και του υπερδανεισμού. Πώς, πώς θα γίνει να βγούμε απ’ αυτές, όταν οι ίδιοι οι πρωθυπουργοί των κυβερνήσεων που στιγματίστηκαν από σκάνδαλα τα τελευταία χρόνια αντί αυτοβούλως να προσέλθουν και να καταθέσουν στις ανακριτικές επιτροπές και στα δικαστήρια βοηθώντας στην κάθαρση, που τόσο ανάγκη την έχει ο τόπος για να εξαγνιστεί από το άγος, κρύβονται κι αφήνουν τους πέριξ να απεραντολογούν εάν κι εφ’ όσον επιτρέπεται ένας πρωθυπουργός να απολογείται; Σιγά τα ωά έτσι που κατάντησαν τους εαυτούς τους καταρρακώνοντας με την πολιτεία τους την ίδια την εικόνα τους! Κατά τα άλλα προθύμως «αναλαμβάνουν τις πολιτικές ευθύνες». Αν επρόκειτο, έτσι, αβρόχοις ποσίν να τη σκαπουλάρει κανείς θα αναλάμβανα κι εγώ όχι μόνο τις χώρας μου αλλά κι ολόκληρου του πλανήτη τις «πολιτικές ευθύνες». Ωραίος σεβασμός προς τον ψηφοφόρο, τους θεσμούς και τη Δικαιοσύνη, ωραιότατο, γενναιότατο μάθημα και παράδειγμα προς μίμηση από τον απλό άνθρωπο! Μα ακριβώς ο πρωθυπουργός, ο θεωρούμενος πρώτος υπεύθυνος πολίτης μιας χώρας, είναι αυτός που πρέπει πριν απ’ όλους να απολογηθεί. Τι έχει να φοβηθεί αν δεν έχει ανάμειξη σ’ όλες τις βρομιές που βγαίνουν καθημερινά στη φόρα; Κι αν έχει, πού είναι η σοβαρότητα και η λεβεντιά του να αποδεχθεί ουσιαστικά κι όχι με λεκτικά τερτίπια το μερίδιο της ευθύνης που του αναλογεί βοηθώντας το δυσχερές έργο της δικαιοσύνης; Σε λίγες μέρες κάθεται στο σκαμνί ο ίδιος ο πρωθυπουργός της Ισλανδίας να απολογηθεί για την οικονομική κατάντια της χώρας του κι εδώ οι δικοί μας σιωπούν ή κρύβονται θεωρώντας τους εαυτούς τους υπεράνω λαθών, παραλείψεων και ευθυνών, υπόλογοι για τίποτα ούτε καν για την ίδια τους τη στραβομάρα. Τρέλα σου έρχεται με όλα τούτα. Μόνη παρηγοριά το πόσο προφητική γίνεται κάποτε η υψηλή Ποίηση, αλλά, δυστυχώς, πάντοτε σε ώτα μη ακουόντων!
       Καθένας νίβει τα χέρια του
       και τα δροσίζει…
       Ένοχος δεν υπάρχει, καπνός…
       Κατάργησαν τα μάτια τους· τυφλοί.
       Μάρτυρες δεν υπάρχουν πια, για τίποτε.
[βλ. Γ. Σεφέρης, Τρία κρυφά ποιήματα, «Επί σκηνής», Ε΄, στ. 5 κ.ε.]
Το 1993, από τότε δηλαδή που είχε αρχίσει εντόνως πλέον να διαφαίνεται προϊούσα η πολιτική και ηθική εξαχρείωση και αποσάθρωση της Ελλάδας και των ανθρώπων της, έγραφα καταπικραμένος στο τελευταίο και ύστατο, όπως φαίνεται, ποίημά μου, τον Αντιχνούμενο, με αφορμή εκείνη την κακορίζικη παράνομη «ανασκαφή-εκσκαφή» στο δικό μας Σχολείο του Μαύρου, αυτή τη χαίνουσα πληγή στην κομματιασμένη Ιστορία του τόπου για την οποία τότε ρουθούνι δεν άνοιξε:
         «Τον τόπο πρακτορεύουν ύαινες
         Κατασπαράζουν τις μαρμάρινες θεές
         που βγήκανε στο φως (ποιο φως
         καλύτερα να μέναν στο σκοτάδι…»
[βλ. Παν. Κουσαθανάς, Ο Αντιχνούμενος, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1994, Γ΄, 2., 14-17· επίσης προσεχώς, συγκεντρωτική έκδοση όλων των Ποιημάτων από τις Εκδόσεις Ίνδικτος]. Η ανάμνησή της και μόνο στοιχειώνει τον ύπνο και τον ξύπνο μου, με κάνει ακόμη να ανατριχιάζω με το μέγεθος της καταστροφής, με τον βάρβαρο ακρωτηριασμό των θεών και των ημιθέων του τόπου: Κι έκανα τότε μια προσευχή που η σημερινή κατάσταση πιστοποιεί και βοά ότι όχι μόνο δεν εισακούστηκε, αλλά και εξευτελιστικά εμπαίχτηκε:
                        «Γι’ αυτό Αντιχνούμενε σε εξορκίζω
                     μην πλαγιάζεις πνιγαλίων στο στήθος μου
                     μη με ποντίζεις στον κλύδωνα της απόγνωσης
                     Χάρισέ μου την πίστη στον τόπο μου
                     αντρόπιαστα να λέω το όνομά του
                     κι αν είναι αδύνατο
                     ας μείνει η πέτρα της ξερολιθιάς
                     να κελαηδά ο σκορδιαλλός
                     να αλαφρώνει τον άνθρωπο δεν το μπορεί το βάρος…»
[βλ. Π. Κουσαθανάς, ό.π., Β΄, 5., 17-25].
            Βέβαια, ο μέγας δάσκαλος Γιώργος Σεφέρης τα είχε πεί όλα ετούτα καλύτερα από όλους μας πάλι σε εποχές πολιτικά δύσκολες, που τουλάχιστον δεν φαίνεται να ήταν ηθικά τόσο σαψαλιασμένες σαν τις δικές μας:
                 «Στην πολιτεία που έγινε πορνείο
                  μαστροποί και πολιτικιές
                  διαλαλούν σάπια θέλγητρα…
                  ο ποιητής
                  χαμίνια του πετούν μαγαρισιές
                  καθώς βλέπει τ’ αγάλματα να στάζουν αίμα…»
[βλ. Γ. Σεφέρης, Τρία κρυφά ποιήματα, «Θερινό ηλιοστάσι», Γ΄, 7-10 & 13-15].
            Και τέλος, για να πούμε το τετριμμένο ότι τα πράγματα επαναλαμβάνονται στην ανθρώπινη ιστορία χωρίς ωστόσο αυτό να διδάσκει και να συνετίζει κανέναν, υπενθυμίζω τι είχε πει σε πολύ παλιότερα, αλλά εξίσου χαλεπά με τα δικά μας «γυρίσματα του κύκλου», ένας Αθηναίος, ο Ισοκράτης (436-338 π.Χ.), που έζησε ως παιδί και παλληκάρι τον τρομερό Πελοποννησιακό πόλεμο και τον άδικο θάνατο του Σωκράτη, και ως ώριμος πλέον άντρας και γέροντας το παρακμιακό αργοβάδισμα των κλασικών χρόνων. Αυτός ο ρήτορας, λοιπόν, συνόψισε επιγραμματικά και με τρομακτική ενάργεια ό,τι ακριβώς θα μπορούσαμε να πούμε και για το σήμερα: «Η Δημοκρατία μας», είπε, «αυτοκαταστρέφεται διότι κατεχράσθη το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητας, διότι έμαθε τους πολίτες να θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την  παρανομία ως ελευθερία, την αναίδεια του λόγου ως ισότητα και την αναρχία ως ευδαιμονία». Μέσα σ’ αυτή την ασυναρτησία, το χάος και το ηθικό σμπαράλιασμα ο «ταλαίπωρος» τόπος ζητά, όπως θα ’λεγε κι ο Καβάφης, «να μπαλοθεί». Πώς όμως αυτό να γίνει, αφού το βρακί του είναι πια καμωμένο ρουβέλια και χρήζει αλλαγής;

Αλλά επί του παρόντος, αρκετά μ’ αυτά τα ελεεινά και τρισάθλια, που όμως θεώρησα ότι θα έπρεπε εξάπαντος να ειπωθούν λόγω της σοβαρότητάς τους. Απόψε είναι βραδιά κάθαρσης και χαράς, είναι η βραδιά της Μυζήθρας, Ζυμήθρας. Ας τη δοκιμάσομε, λοιπόν, να δούμε αν την πετύχαμε. Ας μιλήσομε γι’ αυτό που ήταν και που θα πρέπει να ξαναγίνει ο τόπος, εάν θέλει να δει άσπρη μέρα. Ας μιλήσομε με σεβασμό για τις αξίες με τις οποίες μεγαλώσαμε και τις οποίες πρέπει να αρμόσομε στη νέα εποχή όπου μας έλαχε να ζούμε για το αειφόρο καλό των νέων γενεών της Μύκονος. Γιατί αλλιώς, όταν αποκωλώσομε, δεν θα υπάρχει μεγαλύτερη αρά από αυτήν των επιγενομένων και των ίδιων των παιδιών μας για τις επιλογές που οδήγησαν τον τόπο εκεί όπου τον οδήγησαν, εκεί όπου με μαθηματική ακρίβεια τον οδηγούν κ.λπ. κ.λπ.………
Απόψε δεν θα αναγνώσομε τις υμνητικές κριτικές που γράφτηκαν και γράφονται για το νέο βιβλιαράκι μου έχοντάς με, ομολογουμένως, πολύ χαροποιήσει. Επιτρέψετέ μου μόνο μόνο να σας διαβάσω μιαν επιστολή…………

Με την αποψινή ευκαιρία της συνάντησής μας θέλω και πάλι να σας υπενθυμίσω τις καθιερωμένες για τέταρτη πια χρονιά αποσπερίδες πολιτισμού στη Βιβλιοθήκη Παναγιώτη Κουσαθανά – Δημοτική Στέγη Μελέτης Πολιτισμού & Παράδοσης στην οποία είστε πάντοτε καλοδεχούμενοι. Το πρόγραμμα του χειμώνα με ποιοτικές πνευματικές αποσπερίδες, που θέλω να τις μοιράζομαι μαζί σας, έχει ήδη αναρτηθεί στον πίνακα ανακοινώσεων έξω από τη Βιβλιοθήκη, αλλά και στο διαδίκτυο (http://paramilita.blogspot.com), αρχής γενομένης από την Κυριακή 7 Νοεμβρίου, ώρα 7.00΄ ακριβώς, με την οφειλόμενη από πέρυσι αποσπερίδα που αναφέρεται στην επίσκεψη του Σκωτσέζου προ-προπαππού John Galt και του Καναδού δισεγγονού του George, που μας ήλθαν στα 1810 και 1980, αντιστοίχως. Τι καλύτερο απ’ αυτό για να περάσει κανείς όσο γίνεται πιο ανώδυνα την ημέρα των δημοτικών εκλογών; Στον ίδιο χώρο τις ώρες λειτουργίας του κατά το αναρτημένο πρόγραμμα θα μπορείτε να βρείτε τα εισέτι μη εξαντληθέντα βιβλία του ομιλούντος, των οποίων το κέρδος από την πώληση θα παραμένει στα έσοδα της Στέγης. Επίσης, θέλω να ενημερωθείτε ότι η τιμή του πολυτελούς, μνημειώδους τόμου Παραμύθια της Μυκόνου του Λουδοβίκου Ρουσέλ, που είχα την ευκαιρία να επιμεληθώ φιλολογικά με τη σύμπραξη της κ. Δήμητρας Λοΐζου-Βουλγαράκη, αποφασίστηκε από την Κ.Δ.Ε.Π.Α.Μ., παρά το μεγάλο κόστος της έκδοσης, να αναμορφωθεί προς τα κάτω, ώστε να μπορέσει σαν το Όρτσ’ αλά μπάντα! να φτάσει σ’ όλα τα μυκονιάτικα σπιτικά. Στο εξής, λοιπόν, αντί των 70,00 € θα πωλείται μαζί με τους δυο πολύτιμους συνοδευτικούς δίσκους ακτίνας στην τιμή των 50,00 €, όπως θα εξακριβώσετε στην έκθεση δημοτικών εκδόσεων στην είσοδο.
………………………

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Ακολούθησαν σύντομη και ουσιαστική εικαστική εισήγηση της ζωγράφου Φωτεινής Στεφανίδη, παρεμβάσεις επί των λεχθέντων εν θερμώ από το ακροατήριο, και, τέλος, αναγνώσεις  αποσπασμάτων από το βιβλίο. Έτσι γόνιμα κύλισε αυτή η επεισοδιακή, η αλησμόνητη πολιτικο-πολιτιστική αποσπερίδα του τέλους του καλοκαιριού, που προς απογοήτευση μερικών δεν αφέθηκε να γίνει κομματική, αλλά που τα απόνερά της για καιρό γεννούσαν γόνιμες συζητήσεις και δημοσιεύσεις στα τοπικά έντυπα και στο διαδίκτυο. Οι «τυχεροί» παρεστώτες, που έχουν νουν, νοείτωσαν τα όσα κατέθεσε επί του προκειμένου (πώς και γιατί) ο καθαείς μας. Η παρουσίαση του βιβλίου έγινε στο Δημοτικό Πνευματικό Κέντρο, Ματογιάννι Μυκόνου, στις 11 Σεπτεμβρίου του 2010 στις 20.30΄ παρόντων του δημάρχου κ. Αθανασίου Κουσαθανά-Μέγα, των υποψηφίων για τις επικείμενες αυτοδιοικητικές εκλογές της 7ης Νοεμβρίου του 2010 και διαφόρων πολιτικών παραγόντων του νησιού. Η παραπάνω ομιλία θα αναρτηθεί στην προσωπική μου ιστοσελίδα (http://paramilita.blogspot.com) και θα δωρηθεί κατά τα υπεσχημένα ως… πρωτοχρονιάτικος μποναμάς για το 2011 στον δήμαρχό μας κ. Αθανάσιο Κουσαθανά-Μέγα, τη συμπολίτευση και την αντιπολίτευση του Δήμου Μυκόνου με την από καρδιάς ευχή μου να είναι όλοι τους σιδεροκέφαλοι και να εργάζονται για το καλό και μόνο για το καλό του τόπου. Τώρα δεν μένει άλλο τι από το να αναμένει, να προσδοκά και να ελπίζει  για μια αυτοδιοικητική θητεία πάλι το κακοπαθημένο νησί…
            Η επιγραφή κάτω από τον τίτλο του γ΄ μέρους του παραμιλητού είναι από το εξαιρετικά δυσεύρετο τευχίδιο Ο Δήμαρχος Μυκόνου [1903-1907]  Θ.Π. Γρυπάρης προς τον κ. Μ.Λ. Καμπάνην, τέως Δήμαρχον Μυκόνου [1899-1903], Εκ του Τυπογραφείου των Καταστημάτων «Ανέστη Κωνσταντινίδου», Εν Αθήναις 1905, σελ. 15, που αποτελεί έλεγχο της πολιτικής και απάντηση σε ανάλογο προηγηθέν τευχίδιο του δεύτερου με τίτλο Λογοδοσία του τέως Δημάρχου Μυκώνου [sic] Μιχαήλ Καμπάνη προς τους συμπολίτας του, Εκ του Τυπογραφείου Παρασκευά Αρώνη, Εν Αθήναις 1904, σσ. 4-5. Αυτά τότε που οι δήμαρχοι θεωρούσαν υποχρέωσή τους να λογοδοτούν προς τους δημότες τους...
(Αύγουστος-Σεπτέμβριος του 2010)








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

. end-tag